Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

ΚΑΤΗΦΟΡΟΣ του Μανούσου Φάσση

τ5ττττ
Τη λέγαν Φωτεινίτσα κι όχι Κάρμεν
μα κάθονταν με τέτοια χάρη στο σκαμπώ
ολόιδια η Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ–
και της χαμογελούσαν όλοι οι μπάρμεν.
Είχε τα μέσα, λέγαν, με τον Πάριο
και θα
βγαινε μια μέρα στο πλατώ
με το κόκκινο φούξια ξώπλατο
έχοντας βρει κι έναν καλό ιμπρεσάριο.

Όλοι της δίναν κάργα υποσχέσεις :
«Εσύ θα τραγουδάς με περιεχόμενο. . .».
«Αν δε σε δω μια μέρα στον Ορχομενό
σ’ ένα σκυλάδικο σου επιτρέπω να με χέσεις»,

ήταν τα λόγια του κουρέα του Θανάση
που μεγαλώσανε μαζί στην Κοκκινιά.
Μ’ αυτή είχεν αμολήσει πετονιά
να πιάσει χοντρό ψάρι όπου προφτάσει.

Της δώσαν κάποια μέρα ένα ρολάκι
σε κάποιο μικροσόου στην T.V.
να σειέται και δήθεν να τιτιβί-
ζει ένα σεγκόντο σε πλαίη μπακ του Δάκη.

Βρήκε κι έναν ροκά που στεκε σούζα
πού μάτια πια για τ’ άμοιρο παιδί,
καίγονταν ο φτωχός σαν το δαδί
και το
ριξε στις ασωτείες και στα ούζα.
Γνώρισε κι έναν ψευτογάλλο ατζέντη
μα μόλις τη δοκίμασε είπε: «Νο !
εσύ παιδί μου κάνεις μόνο για πορνό,
μόνο ξεβράκωτη άμα βγεις θα γίνει γλέντι».

Τόλμησε να του πει : «Δεν πάω στο βούρκο
και το κορμί μου εγώ δεν το πουλ
ώ»
(πού να
χε υπόψη της και τον Ξενόπουλο).
Όμως τα λόγια της αυτά τον κάναν τούρκο.

Της βάρεσε ένα γυριστό χαστούκι,
«Τί θες να γίνεις μωρή κλώσσα αφού
σαι ψάρι και στο κάτω-κάτω ζεμανφού,
άντε να μου χωθείς σ’ ένα κουτούκι».

Μ’ αυτή εκεί, στο πείσμα, στο αντέτι !
Κάτι θα γίνει και για μένα, δεν μπορεί,
δεν είναι κι όλοι τους πια σωματέμποροι,
δεν πρόκειται εγώ να γίνω Μπέττυ.

Όμως στο τέλος όλα βγήκαν ουτοπία
και ακολούθησε το δρόμο το γνωστό
(έβγαλε κι ένα σβωλαράκι στο μαστό
κι έτρεχε στους γιατρούς για θεραπεία).

Χρόνια στην καταφρόνια και στη χλεύη
κι έπεφτε από αγκαλιά σε αγκαλιά.
Σκαλί-σκαλί κατέβηκε όλα τα σκαλιά
ώσπου πια δεν είχε άλλο να κατέβει.

Μα όλα στη ζωή είναι μοιραία
και κάποιο βράδυ από μια πόρτα σκοτεινή
ακούει τ’ όνομά της : «Φωτεινή !».
Γυρνά και βλέπει τον Θανάση τον κουρέα.

Της άπλωσε το χέρι κι είπε: «Έλα»,
μ’ αυτή είχε πια τελείως βουβαθεί.
(Μακριά σ’ ένα τζουμπόξ, ένα βαθύ
πονετικό τραγούδι έλεε η Μαρινέλα).

Την έσφιξε απαλά το παλικάρι,
«Μόνο μια λέξη ακόμα : μη μιλάς».
Κι αυτή μια θλιβερή πρώην «Σταρ Ελλάς»
αφέθηκε στην αγκαλιά του, ένα ζυμάρι.

Μιαν ιστορία σάς αφηγούμαι πονεμένη
που προκαλεί σε δυο καρδιές βαθύ σεισμό.
Δε σας τη λέω για παραδειγματισμό –
απ’ το
να αυτί σάς μπαίνει, απ’ τ’ άλλο βγαίνει.
Μιαν ιστορία κι αυτή σαν τόσες άλλες,
που χρέος ανθρώπινο επιβάλλει να την πω,
ίσως και κάνω κάνα ρήγμα στο ρεπό
της ηθικής σας, ασυνείδητες  κ ο υ φ ά λ ε ς
.


 Ένα ενδιαφέρον άρθρο για τον ποιητή Μανούσο Φάσση θα βρείτε εδώ

1 σχόλιο:

  1. Τον ποιητή Μανούσο Φάσση σύστησε στο κοινό ο Μανόλης Αναγνωστάκης , όταν το 1987 δημοσίευσε το έργο "Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, η ζωή και το έργο του-Δοκιμιακό σχεδίασμα του Μανόλη Αναγνωστάκη" που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Στιγμή. Στο βιβλίο αυτό ο Αναγνωστάκης, με απόλυτα σοβαρό-δοκιμιακό ύφος μας πληροφορεί ότι είχε έναν παιδικό φίλο και συμμαθητή που μεγάλωσαν μαζί και τον έλεγαν Μανούσο Φάσση. Ο Μανούσος -υποτίθεται- ήταν το πειραχτήρι της τάξης και σκάρωνε διαρκώς πειρακτικά-σατιρικά στιχάκια, δείχνοντας έφεση στις παραδοσιακές μορφές ποίησης, στο μέτρο και στην ομοιοκαταληξία, δεχόμενος επιρροές κυρίως από τον Καρυωτάκη (αλλά και τους άλλους ποιητές του Μεσοπολέμου), καθώς και από τα λαϊκά σουξέ της εποχής.Αργότερα διαπιστώθηκε 'οτι επρόκειτο για τον ίδιο τον Αναγνωστάκη, που χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο αυτό μόνο και μόνο για να εκφράσει χωρίς ενοχές τη σατιρική πλευρά της ποίησής του, την οποία είχε θαμμένη στο συρτάρι για χρόνια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή