Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λειβαδίτης Τάσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λειβαδίτης Τάσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ 2

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

της Sylvia Plath


 
Είμαι ασημένιος και ακριβής.
Δεν έχω προκαταλείψεις.
Ότι κι αν δω το καταπίνω αυτομάτως,
Ακριβώς όπως είναι,
Αθάμπωτο από αγάπη ή απαρέσκεια.
Δεν είμαι σκληρός μόνο ειλικρινής.
Το μάτι ενός μικρού θεού, τετραγωνισμένο.
Τον περισσότερο καιρό αυτοσυγκεντρώνομαι στον απέναντι στον απέναντι τοίχο.
Είναι ροζ με στίγματα.
Τον έχω κοιτάξει για τόσο πολύ
Που νομίζω πως είναι μέρος της καρδιάς μου.
Αλλά τρεμοσβήνει.
Πρόσωπα και σκοτάδι μας χωρίζουν ξανά και ξανά.
 
Τώρα είμαι μια λίμνη. Μια γυναίκα σκύβει από πάνω μου,
Ψάχνοντας στις εκτάσεις μου για το ποιά είναι στ`αλήθεια.
Έπειτα γυρνά σ`αυτούς τους ψεύτες,
Τα κεριά ή το φεγγάρι.
Βλέπω την ράχη της και την καθρεφτίζω πιστά.
Με ανταμείβει με δάκρυα
Κι ένα αγωνιώδες σφίξιμο των χεριών.
 
Είμαι σημαντικός για εκείνη.
Έρχεται και φεύγει.
Κάθε πρωί είναι το πρόσωπό της που αντικαθιστά το σκοτάδι.
Μέσα μου έχει πνίξει ένα νεαρό κορίτσι
Και από μέσα μου
Μια γριά γυναίκα
Αναδύεται προς το μέρος της μέρα με τη μέρα,
Σαν τρομερό ψάρι.


Καθρέφτης
Στίχοι:  
Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική:  
Νίκος Αντύπας 

Ερμηνεία: Αλκηστη Πρωτοψάλτη
http://www.youtube.com/watch?v=KoC4AS1HoZk


Μ’ έκανες κι έβαλα
τέτοια φόρα σε ό,τι ανέβαλα
γενικά στη ζωή πολύ καιρό.

Κόστισες, κόστισα
ένα θαύμα
εκτός που αρρώστησα.
Γιατί θες και εγώ να θέλω
θες κι ένα σωρό.
Με καθρέφτη γυαλί
γυαλί στο βλέμμα.
Σ’ αγαπούσα πολύ.
Πολύ.
Εδώ είν’ το θέμα.

Μού `καναν νόημα
μυγδαλιά μου ανθίζεις πρώιμα
σε μεγάλη αγκαλιά
χωρούν πολλοί.
Τό `ξερα, πίστευα
τέτοια πόζα καρδιάς.
ν’ αχρήστευα.
Αλλά τι είν’ αυτά τα μάτια
σαν πιστό σκυλί.

Με καθρέφτη γυαλί
γυαλί στο βλέμμα.
Σ’ αγαπούσα πολύ.
Πολύ.
Εδώ είναι το θέμα.
Πιο πολύ το ψέμα.
Σ’ αγαπούσα πολύ.
Πολύ. Εδώ είν’ το θέμα.


ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
της Αφροδίτης Μάνου


Όταν κάποιο πρωί, βιαστικά σηκωθείς
και στο μπάνιο ξυπόλητος τρέξεις
στον καθρέφτη, μπορεί, τον εαυτό σου να δεις
νά `χει άλλες, δικές του ορέξεις.

Τότε, πρόσεξε καλά....

Εσύ πας φερ’ ειπείν τώρα να χτενιστείς
κι ο απέναντι ανάβει τσιγάρο.
Εσύ πλένεις τα δόντια κι αυτός ο θρασύς
σου πετάει ένα «δε σε γουστάρω».

Φίλε, πρόσεξε καλά....

Το καλό που σου θέλω, άσε την πονηριά
να του πάρεις μην πας τον αέρα.
Τη χωρίστρα σου φτιάξε απ’ την ίδια μεριά
πες του αν θες και καμιά «καλημέρα».

Όμως, πρόσεξε καλά....

Πανικός μη σε πιάσει, αν αυτός ξαφνικά
σου φωνάξει, κατάμουτρα, «φτου σου».
Καν’ το ίδιο ακριβώς κι εντελώς φυσικά
γίνε εσύ ο εαυτός του εαυτού σου.

Πρόσωπα στον Καθρέφτη 

 του Τάσου Λειβαδίτη

 

Εκείνο το πρωϊ ξύπνησα με την αίσθηση ότι μες στον ύπνο μου
είχα ανακαλύψει επιτέλους τι σημαίνει ευτυχία - μόνο που δε
θυμόμουν τι ακριβώς
τ' άλλα θα τα μάθαινα αργότερα μεσ' απο σκοτεινούς
υπαινιγμούς ή αδιάφορα λόγια και συχνά αναρωτιόμουν: είμαστε τάχα
αθώοι αυτού του εγκλήματος;

 
Όμως η νύχτα με δρόμους μοναχικούς και τύψεις φτιάχνει
έναν κόσμο ξένο, φανάρια υγρά μέσα στις γάζες των αποστάσεων,
άνθρωποι που υπάρχουν και δεν υπάρχουν όπως όλοι μας, πόσα βιβλία
αδιάβαστα ακόμα, πόσα κλειδιά ριγμένα στο ποτάμι κι οι νεκροί
δεν πέθαναν αλλά τώρα ξέρουν την ώρα και δεν παραουσιάζονται
όποτε να' ναι.

 
Ο Ιάκωβος έκανε να με κρατήσει, "χάθηκαν όλα" του λέω,
"μα αυτό είναι το συναρπαστικό" μου λέει - φίλοι παλιοί απ' τον
καιρό που είχαμε ακόμα την δύναμη να κλαίμε.
Ύστερα μείναμε σιωπηλοί κοιτάζοντας τον καθρέφτη -
υπήρχε εκεί κι ένα τρίτο πρόσωπο για το οποίο δεν θα μιλησουμε ποτέ.

 
Τώρα αν θυμάμαι κάτι απ' τη ζωή μου είναι δυο τρία ήρεμα
βράδια και λίγη μουσική απ' το ανεκπλήρωτο - κι αυτά τα γλυκά
λόγια που λέμε στον εαυτό μας όταν μας έχουν όλοι απαρνηθεί.





Ο  ρόλος μου σ' αυτήν την τρομερή υπόθεση, που τόση σύγχυση
έμελλε να προκαλέσει, ήταν να σηκώσω το μεγάλο καθρέφτη-
μυστήριο, τι μπορεί να χρησιμέψει ένας καθρέπτης σε τέτοιες στιγμές-
ύστερα κάποιος θά 'δινε το σύνθημα και θ' άρχιζε η εξέγερση, αλλά
ποιός θά 'δινε το σύνθημα; άλλοι έλεγαν ο φύλακας του πάρκου,
άλλοι ο αντικρινός φαρμακοποιός κι άλλοι αυτός ο άγνωστος που
περνούσε τ' απογέματα με το μαύρο καπέλο, αλλά τι σημασία έχει το
ποιός, άλλοι κάνουν τις εξεγέρσεις κι ας μην τους θυμάται η Ιστορία-
αλλά και ποιό θα ήταν το σύνθημα; άλλοι επέμεναν στη λέξη "χίμαιρα",
άλλοι στη λέξη "αθώος", πολλοί έδειχναν το μεγάλο εκκρεμές της πόλης
που είχε από χρόνια σταματήσει, αν έμπαινε άξαφνα μπροστά αυτό θα
ήταν το σημάδι, άλλοι πάλι κάθονταν στα καφενεία κι ισχυρίζονταν πως
θα τους ειδοποιήσουν εν καιρώ.

Τ.Λειβαδίτης

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Μια γυναίκα

 

του Τάσου Λειβαδίτη

 
1
Ένα πλατύ, δροσερό χαμόγελο έτρεχε πάνω στο γυμνό κορμί σου
Σαν ένα κλωνάρι πασχαλιάς, πρωί, την άνοιξη
Έσταζες όλη από ηδονή, οι ερωτικές κραυγές μας
Τινάζονταν μέσα στον ουρανό σα μεγάλα γιοφύρια
Απ’ όπου θα περνούσαν οι αιώνες- α, για να γεννηθείς εσύ
Κι εγώ για να σε συναντήσω
Γι αυτό έγινε ο κόσμος.
Κι η αγάπη μας ήταν η απέραντη σκάλα που ανέβαινα
Πάνω απ΄το χρόνο και το Θεό και την αιωνιότητα
Ως τ’ ασύγκριτα, θνητά σου χείλη.
2
«Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ» έλεγα.
Εσύ έβαζες βιαστικά το φόρεμά σου:
«Έχει ψύχρα απόψε».
Τα μάτια σου καρφώνονταν αδιάκοπα πάνω στην πόρτα
Με κείνο το ακαθόριστο βλέμμα
Που έχουν οι αιχμάλωτοι και τα κλειδωμένα παιδιά.
Κι έκλαιγα και σε φιλούσα παράφορα
Και σ’ αγκάλιαζα με απεγνωσμένα χέρια
Μα ήταν σα να ‘ξυνα με τα νύχια μου
Το αδιάφορο χώμα ενός τάφου
Που είχαν θάψει κι όλας ολόκληρη τη ζωή μου.

3
Τώρα βαδίζω άσκοπα στους δρόμους, κοιτάζω τις βιτρίνες
Προσπαθώ να συλλαβίσω ανάποδα τις επιγραφές των μαγαζιών
Αγοράζω κάστανα, και βρίζομαι με τους αστυφύλακες της τροχαίας
Που μου παρατηρούν αδιάκοπα πως σταματώ την κυκλοφορία.

Και κάθε τόσο: έφυγε, σκέφτομαι. Μα να που μπορώ και ζω!
Όπως μεγαλώνουν για λίγο ακόμα τα γένεια και τα νύχια
Των νεκρών.

4
Πέρασαν μήνες. Κι είναι στιγμές που ξεχνάω
Ακόμα και το πρόσωπό της
Πασχίζω να θυμηθώ- τίποτα.
Μονάχα αυτό το βάρος στην καρδιά
Που είναι κάτι περισσότερο
Κι απ’ την ανάμνησή της.
Που είναι αυτή ολόκληρη μέσα μου.

Αν βρουν έναν άνθρωπο νεκρό έξω απ’ την πόρτα σου
Εσύ θα ξέρεις
Πως πέθανε σφαγμένος απ’ τα μαχαίρια των φιλιών
Που ονειρευότανε για σένα.

 

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Χρονοδιάγραμμα
 
Του Τάσου Λειβαδίτη

Πάμπλο Πικάσο


Συχνά, θυμάμαι, οι μεγάλοι, όταν ήμουν παιδί, μιλούσαν για
το μέλλον μου. Αυτό γινόταν συνήθως στο τραπέζι. Αλλά εγώ
ούτε τους πρόσεχα, ακούγοντας ένα πουλί έξω στο δέντρο.
Ίσως γι΄ αυτό το μέλλον μου άργησε τόσο πολύ: ήταν τόσο
αναρίθμητα τα πουλιά και τα δέντρα.

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Καντάτα (απόσπασμα)

του Τάσου Λειβαδίτη

Ένα περίεργο επεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στις εφημερίδες,

ένας άντρας πήγε σ’ ένα απ’ αυτά τα «σπίτια», πήρε

μια γυναίκα,

μα μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο, αντί να γδυθεί και να

επαναλάβει την αιώνια κίνηση,

γονάτισε μπροστά της, λέει, και της ζητούσε να τον αφήσει

να κλάψει στα πόδια της. Εκείνη βάζει τις φωνές,

«εδώ έρχονται για άλλα πράγματα», οι άλλοι επ’ έξω

δόστου χτυπήματα στην πόρτα. Με τα πολλά

άνοιξαν και τον διώξανε με τις κλωτσιές – ακούς εκεί

διαστροφή

να θέλει, να κλάψει μπρος σε μια γυναίκα.

Εκείνος έστριψε τη γωνία και χάθηκε καταντροπιασμένος.

Κανείς δεν τον ξανάδε πια.

Και μόνο εκείνη η γυναίκα, θαρθεί η αναπότρεπτη ώρα

μια νύχτα, που θα νοιώσει τον τρόμο ξαφνικά,

πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθειά, την πιο

μεγάλη ερωτική πράξη

μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Σὲ περιμένω παντοῦ



του Τάσου Λειβαδίτη


Κι ἂν ἔρθει κάποτε ἡ στιγμὴ νὰ χωριστοῦμε, ἀγάπη μου,
μὴ χάσεις τὸ θάρρος σου.
Ἡ πιὸ μεγάλη ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι νὰ ᾿χει καρδιά.
Μὰ ἡ πιὸ μεγάλη ἀκόμα, εἶναι ὅταν χρειάζεται
νὰ παραμερίσει τὴν καρδιά του.

Τὴν ἀγάπη μας αὔριο, θὰ τὴ διαβάζουν τὰ παιδιὰ στὰ σχολικὰ βιβλία, πλάι στὰ ὀνόματα τῶν ἄστρων καὶ τὰ καθήκοντα τῶν συντρόφων.
Ἂν μοῦ χάριζαν ὅλη τὴν αἰωνιότητα χωρὶς ἐσένα,
θὰ προτιμοῦσα μιὰ μικρὴ στιγμὴ πλάι σου.

Θὰ θυμᾶμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερὰ καὶ μεγάλα,
σὰ δύο νύχτες ἔρωτα, μὲς στὸν ἐμφύλιο πόλεμο.

Ἄ! ναί, ξέχασα νὰ σοῦ πῶ, πὼς τὰ στάχυα εἶναι χρυσὰ κι ἀπέραντα, γιατὶ σ᾿ ἀγαπῶ.

Κλεῖσε τὸ σπίτι. Δῶσε σὲ μιὰ γειτόνισσα τὸ κλειδὶ καὶ προχώρα. Ἐκεῖ ποὺ οἱ φαμίλιες μοιράζονται ἕνα ψωμὶ στὰ ὀκτώ, ἐκεῖ ποὺ κατρακυλάει ὁ μεγάλος ἴσκιος τῶν ντουφεκισμένων. Σ᾿ ὅποιο μέρος τῆς γῆς, σ᾿ ὅποια ὥρα,
ἐκεῖ ποὺ πολεμᾶνε καὶ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ ἕνα καινούργιο κόσμο... ἐκεῖ θὰ σὲ περιμένω, ἀγάπη μου!