Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

ΕΛΕΝΗ


του Γιάννη Ρίτσου
(απόσπασμα)

...] Έφυγαν ένας -ένας οι παλιοί μας γνώριμοι. Λιγόστεψε και η αλληλογραφία.
Μόνο σε τίποτα γιορτές, σε τίποτα γενέθλια, μια σύντομη κάρτα - 
ένα στερεότυπο τοπίο του Ταϋγέτου με δαντελωτές κορφές, πολύ γαλάζιες,
ένα κομμάτι απ' τον Ευρώτα με άσπρα βότσαλα και ροδοδάφνες,
ή τα ερείπια του Μυστρά με τις αγριοσυκιές. Μα το συχνότερο απ' όλα
τηλεγραφήματα συλλυπητήρια. Κι απαντήσεις δεν έρχονταν. Ίσως
στο μεταξύ νάχε πεθάνει ο παραλήπτης - δε μαθαίναμε πιο πέρα.

Ο σύζυγός μου δεν ταξίδευε πια. Δεν άνοιγε βιβλίο. Τα τελευταία του χρόνια
είχε γίνει πολύ νευρικός. Κάπνιζε ατέλειωτα. Τις νύχτες σεργιανούσε
στο μεγάλο σαλόνι, με κείνες τις ξέφτιες καφετιές του παντόφλες
και τη μακριά νυχτικιά του. Κάθε μεσημέρι, στο τραπέζι, επανερχόταν
στην απιστία της Κλυταιμνήστρας ή στη δίκαιη πράξη του Ορέστη
σα να απειλούσε κάποιον. Ποιος νοιαζόταν; Δεν τον άκουγα καν. Ωστόσο
σαν πέθανε, μούλειψε πολύ, - μου λείψαν προπαντός εκείνες οι κουτές απειλές του, 
σάμπως αυτές ακριβώς να μου ορίζαν μια θέση αμετάθετη στο χρόνο,
σάμπως αυτές να μ' εμποδίζαν να γεράσω.

Ονειρευόμουν τότε τον Οδυσσέα, το ίδιο αγέραστον κι αυτόν, με το έξυπνο, τριγωνικό σκουφί του
ν' αργοπορεί το γυρισμό του, ο πολυμήχανος, - με τί προφάσεις ευφάνταστων κινδύνων,
ενώ αφηνόταν (τάχα ναυαγός) πότε στα χέρια μιας Κίρκης, πότε
στα χέρια μιας Ναυσικάς, να του βγάζουν τα στρείδια απ' το στήθος, 
να το λούζουν με μικρά ρόδινα σαπούνια, να φιλούν την ουλή στο γόνατό του,
να τον αλείβουν λάδι.

Θαρρώ πως έφτασε κι αυτός στην Ιθάκη` - θα τον κουκούλωσε, λέω, με τα φαντά της
η άχαρη χοντρή Πηνελόπη. Δεν πήρα από τότε μήνυμά του -
μπορεί και να τα σκίζουν οι δούλες, - τι χρειάζονται πια; 
Οι Συμπληγάδες  μεταφερθήκαν κάπου αλλού, σ' ένα χώρο πιο μέσα - τις νιώθεις
ασάλευτες, μαλακωμένες - πιο τρομερές από πριν, - δε συνθλίβουν,
πνίγουν σ' ένα πηχτό, μαύρο ρευστό  - δε γλυτώνει κανένας.

Μπορείς να φύγεις τώρα. Νύχτωσε. Νυστάζω, - να κλείσω τα μάτια,
να κοιμηθώ, να μη βλέπω ούτε έξω ούτε μέσα , να ξεχάσω
το φόβο του ύπνου και το φόβο του ξύπνου. Δεν μπορώ. Πετάγομαι πάνω - 
φοβάμαι μήπως δεν ξαναξυπνήσω. Μένω άγρυπνη, ν' ακούω
απ΄το σαλόνι το ροχαλητό των υπηρετριών, τις αράχνες στους τοίχους,
τις κατσαρίδες μέσα στην κουζίνα, ή τους νεκρούς να ρουθουνίζουν
με βαθιές εισπνοές, σα να κοιμούνται τάχα, σα νάχουν ησυχάσει.
Χάνω και τους νεκρούς μου τώρα. Τους έχασα. Πάνε.

Καμμιά φορά, περασμένα μεσάνυχτα, ακούγονται κάτω στο δρόμο
οι ρυθμικές οπλές απ' τ' άλογα μιας καθυστερημένης άμαξας, σα να επιστρέφει
από μια πένθιμη παράσταση κάποιου ετοιμόρροπου, συνοικιακού θεάτρου
με πεσμένους τους γύψους της οροφής, με ξεγδαρμένους τοίχους,
με μια τεράστια κόκκινη, ξεθωριασμένη αυλαία, κλεισμένη,
πούχει μαζέψει απ' τα πολλά πλυσίματα, και στο κενό που αφήνει κάτω
διακρίνονται ξυπόλυτα τα πόδια του μεγάλου φροντιστή ή του ηλεκτρολόγου
που ίσως τυλίγει σε ρολό ένα χάρτινο δάσος για να σβήσει τα φώτα.

Εκείνη η χαραμάδα μένει ακόμη φωτισμένη, ενώ στην πλατεία
έχουν απ' ώρα σβήσει οι πολυέλαιοι και τα χειροκροτήματα. Στον αέρα
μένει βαρειά η ανάσα της σιωπής, κι ο βόμβος της σιωπής κάτω
απ' τ' άδεια καθίσματα, μαζί με φλούδες από ηλιόσπορους και στριμμένα εισιτήρια,
με κάτι κουμπιά, ένα μαντίλι δαντελένιο, ένα κομμάτι κόκκινο σπάγγο.

...Κ΄εκείνη η σκηνή, πάνω στα τείχη της Τροίας, - να αναλήφθηκα τάχα στ' αλήθεια
αφήνοντας να πέσει απ' τα χείλη μου - ; Καμμιά φορά δοκιμάζω και τώρα,
εδώ πλαγιασμένη στο κρεββάτι, ν' ανοίξω τα χέρια, να πατήσω
στις μύτες των ποδιών - να πατήσω στον αέρα, - το τρίτο λουλούδι -

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Α Τ Λ Α Ν Τ Ι Σ

του Γ.Χ.Οντεν
Εάν πολύ το επιθυμείς
να πας στην Ατλαντίδα,
θα ξέρεις ασφαλώς ότι
μόνο το Πλοίο των Τρελών
θα κάνει το ταξίδι εφέτος,
διότι θύελλες, σφοδρές και ασυνήθιστες
έχουνε προβλεφτεί και πρέπει, το λοιπόν,
έτοιμος να είσαι∙ γι’ αυτό
με λόξα κάμποση να συμπεριφερθείς
ώστε να σε περάσουνε για ένα απ’ τα παλικάρια,
να δώσεις την εντύπωση, τουλάχιστο, πως
συμπαθείς το σαματά, το δυνατό ποτό και τις χοντράδες.
Εάν οι θύελλες (και τούτο να συμβεί μπορεί)
σε κάνουνε ν’ αράξεις για καμιάν εβδομάδα
σε κάποια παλιά πόλη, επίνειο
της Ιωνίας φερ’ ειπείν, κουβέντιασε εκεί
με τους λογίους τους πνευματώδεις, άνδρες
που έχουν αποδείξει πως σαν την Ατλαντίδα
τόπος άλλος κανείς δεν δύναται να υπάρξει.
Τη λογική τους μάθε, αλλά πρόσεξε
πόσο η λεπτότητα του νου τους εύκολα προδίδει
το ψυχικό τους βάσανο.
Έτσι λοιπόν αυτοί θα σου διδάξουνε τον τρόπο
ν’ αμφιβάλλεις για να μπορέσεις να πιστέψεις.
Εάν,  αργότερα, τύχει και προσαράξεις
στους κάβους ανάμεσα της Θράκης,
εκεί που  με δαυλούς ολονυχτίς
ράτσα γυμνή και βάρβαρη
πηδάει ξέφρενη, ακούοντας
έναν κόχυλα και κύμβαλο φρενήρες,
στην άγρια εκείνη ακτή
βγάλε τα ρούχα σου και χόρεψε, γιατί
εκτός και αν αξιωθείς
την Ατλαντίδα εντελώς
να λησμονήσεις, το ταξίδι σου
ποτέ δε θα τελειώσεις.
Και αν φτάσεις κάποτε στην έκλυτη
την Καρχηδόνα ή την Κόρινθο,
γέψου κι εσύ την ξέφρενη ευωχία.
Και αν καμιά κοκότα σ’ ένα καπηλειό,
χαϊδεύοντάς σου τα μαλλιά σου πει
«Αγαπούλη μου, η Ατλαντίδα είν’ εδώ»
Την ιστορία της ζωής της
με προσοχή ν’ ακούσεις∙ καθώς
εάν καλά δεν ενημερωθείς για κάθε καταφύγιο
που μάταια προσπαθεί
την Ατλαντίδα να παραποιήσει, πώς
τάχα θα γνωρίσεις την αληθινή;
Κι αν, επιτέλους, κοντά στην Ατλαντίδα
προσαράξεις, και βγεις
στον κοπιώδη πηγαιμό κατά την ενδοχώρα
μες από δάση ρυπαρά και παγωμένες
τούνδρες, εκεί που όλα στη στιγμή θε να χαθούν∙
αν έρμος πια σταθείς,
με γύρω σου ερημιά,
πέτρα και χιόνι και σιωπή κι αέρα,
θυμήσου τους αρχοντικούς νεκρούς
και τίμησε τη μοίρα σου, που είσαι εσύ
(ταξιδευτής βασανισμένος)
διαλεκτικός κι αλλόκοτος.
Τρικλίζοντας, προχώρα όλος χαρά
αλλά και τότε ακόμη, αν ίσως,
έχοντας πια φτάσει στο στερνό
το διάσελο, αν, ίσως, σωριαστείς
με ολάκερη την Ατλαντίδα ν’ ακτινοβολεί
από κάτω κι όμως να κατεβείς
πια δεν αντέχεις, πρέπει
υπερήφανος να είσαι, μόνο που κρυφοκοίταξες
την Ατλαντίδα, σε όραμα ποιητικό.
Ξάπλωσε ειρηνικά και πες ευχαριστώ,
έχοντας δει τον λυτρωμό σου.
Όλοι οι μικροί, οι σπιτικοί θεοί
αρχίσανε να κλαίνε∙ όμως πες τους εσύ:
Αμέτε στο καλό∙ και σάλπαρε.
Καλό ταξίδι φίλε αγαπητέ, καλό ταξίδι: Είθε
ο Ερμής, των δρόμων ο διαφεντευτής,
και οι τέσσερις νάνοι, οι Κάβειροι,
πάντα να σε βοηθούν και να σε προστατεύουν.
Και είθε ο Παλαιός των Ημερών
αθέατος να σου σταθεί οδηγός
σε ό,τι έχεις να κάνεις
και να εγείρει, φίλε, πάνω σου
της σκέπης Του το φως.
(1941)

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

ΠΡΟΣΕΧΕ

της Κικής Δημουλά


Όταν στρώνεις το τραπέζι
πριν καθίσεις
να ελέγχεις σχολαστικά
την αντικρινή σου καρέκλα


αν είναι γερή μήπως τρίζει
μήπως χαλάρωσαν οι εγκοπές
μήπως φαγώθηκαν οι αρμοί
αν υποσκάπτει το σκελετό
σκουλήκι


γιατί εκείνος που δεν κάθεται
γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο βαρύς.

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014


ΤΑΞΙΔΙ 

του Τίτου Πατρίκιου

Έσπαγα το κορμί σου σα ζαχαροκάλαμο 
σε κάθε κόμπο κάθε άρθρωση 
ρουφώντας από τις ρωγμές χυμό. 
Κι εσύ διαρκώς αναδυόσουν πιο ακέρια 
με σκέπαζες με την πολύβουη φυλλωσιά σου 
την αρμυρή δροσιά της θαλασσινής σου νύχτας 
και με ταξίδευες όλο το δρόμο 
από το αγρίμι ώς τον άνθρωπο. 
Σίφνος, Αύγουστος 1959

Υπόγειο τρένο


του Τίτου Πατρίκιου

Κι έπειτα τα χρόνια θα περάσουν
όγκοι βουνών και πέτρας θα παρεμβληθούν
θα ξεχαστούν όλα
όπως ξεχνιέται το καθημερινό φαΐ
που μας κρατάει ορθούς.
Όλα, έξω από κείνη τη στιγμή
που μέσα στο συνωστισμό του υπόγειου τρένου
κρατήθηκες στο μπράτσο μου.

Ολονυχτία

του Νικηφόρου Βρεττάκου

Δε με κατάλαβες
όλη τη νύχτα ήμουνα πλάι σου,
προσπαθούσα να κλείσω τα παράθυρα,
πάλευα - όλη νύχτα.
Ο αγέρας επέμενε.
Άπλωσα τότε
τις παλάμες μου πάνω σου
σαν δύο φύλλα ουρανού και σε σκέπασα.
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
δίχως χέρια τον κόσμο.

Το διαζευκτικόν ή


της Κικής Δημουλά


Μ' έκλεισε μέσα η βροχή
και μένω τώρα να εξαρτιέμαι από σταγόνες.
Όμως πού ξέρω αν αυτό είναι βροχή
ή δάκρυα από τον μέσα ουρανό μιας μνήμης;
Μεγάλωσα πολύ για να ονομάζω
τα φαινόμενα χωρίς επιφύλαξη,
αυτό βροχή, αυτό δάκρυα.
Στεγνή στέκομαι ανάμεσα
στα δύο ενδεχόμενα : βροχή ή δάκρυα,
κι ανάμεσα σε τόσα διφορούμενα :
βροχή ή δάκρυα,
έρωτας ή τρόπος να μεγαλώνουμε,
εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς
του τελευταίου φύλλου.
Το κάθε τελευταίο,
τελευταίο τ' ονομάζω χωρίς επιφύλαξη.
Και μεγάλωσα πολύ
για να είναι αυτό αφορμή δακρύων.
Δάκρυα ή βροχή, πού να ξέρω;
Και μένω να εξαρτιέμαι από σταγόνες.
Και μεγάλωσα πολύ
για να περιμένω άλλο μέτρο όταν βρέχει
κι όταν δεν βρέχει άλλο.
Σταγόνες για όλα.
Σταγόνες βροχής ή δάκρυα.
Από τα μάτια κάποιας μνήμης ή τα δικά μου.
Εγώ ή μνήμη, πού να ξέρω;
Μεγάλωσα πολύ για να χωρίζω τους χρόνους.
Βροχή ή δάκρυα.
Εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς
του τελευταίου φύλλου.

ΔΑΚΡΥΣΕΣ

του Βύρωνα Λεοντάρη



Δάκρυσες - κι' έβρεχε όλη μέρα
ξεχείλισαν οι στέρνες και τα λούκια
λάσπωσαν γλάστρες, λάσπωσαν μπουμπούκια
και των ματιών μου λίγο η ξέρα.

Απ' των χεριών σου την βεντάλια
το φως ανόρεχτα λιποταχτούσε.
Πως θέλαμε η πόρτα να χτυπούσε
να στρίβαμε ίδια τα κεφάλια...

Πριν μας αγιάσει το άρωμα σου
μας πήραν τη γιορτή, την πήραν ίσκιοι
κι' όταν αργά των αστεριών οι μίσχοι
άρχισαν να λυγούν προς την καρδιά σου

τρόμαξα. Τι μας πέθανε εδώ μέσα;
κι' ευθύς το φως σηκώθηκα ν' ανάψω
ώρες πολέμαα κάτι να σου γράψω

Δάκρυσες - κι' έβρεχε όλη μέρα...

"Το Γύρισμα του Καιρού"

του Τίτου Πατρίκιου

Τώρα, στο γύρισμα του καιρού, πρέπει να το μπορέσεις,
όχι μονάχα ως το τέλος να παλεύεις για τη νίκη,
αλλά να την αντέχεις δίχως έπαρση ή άγρια χαρά
και πιο πολύ την ήττα στην ώρα της να δέχεσαι,
να την ομολογείς χωρίς ταπείνωση μήτε πλαστή αταραξία.
Των άλλων η συμπόνια, ο φθόνος, η κρυφή αγαλλίαση,
όποια κι αν παίρνουν όψη με κάτι σε πλουτίζουν,
όμως εσύ μη ρίχνεις την ευθύνη όλη στους άλλους,
μην παίρνεις όλη την ευθύνη απάνω σου,
μην ψάχνεις γι' αντιδρομές ή εύνοιες της τύχης
γι' απρόβλεπτα περιστατικά που υπάρχουν πάντα,
κυρίως πρόσεχε την ηδονική αιώρηση
ανάμεσα σε αυτοδικαίωση και σ' αυτοκαταδίκη.
Μόνο λίγο πιο γνωστικός να βγεις, μόνο να μάθεις
κάπως πιο ήρεμα ν' αντικρίζεις τα ανθρώπινα.