Τετάρτη 21 Ιουλίου 2021

 

Διαζύγιο


του Τάσου Κόρφη

Τα βγάλαν όλα στο σφυρί:

τα έπιπλα, τα κάδρα, τα χαλιά.

Είπαν να μην αφήσουν τίποτα που να θυμίζει

τα είκοσι χρόνια που έζησαν μαζί

κάτω από την ίδια στέγη.

Απόφαση πικρή, απεγνωσμένη

−παρά τον κάποιο ηρωισμό−, προσπάθεια

εκ των προτέρων καταδικασμένη, μια και γνώριζαν

ότι στο τέλος

θα κέρδιζε η μνήμη, εκείνη θα πλειοδοτούσε.

Από τη συλλογή Ημερολόγιο 2 (1964)

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2021

 Όταν θα πάμε στη δική μου χώρα

Γιώργου Δελή


Καὶ κάποτε σὰν πᾶμε στὴ δική μου χώρα
— ζευγάρι οἱ δυό μας μὲ τοῦ ὀνείρου τὰ στεφάνια —
τῆς μυστικῆς μου ἀγάπης τὰ πιὸ σπάνια
καὶ πλούσια ἐκεῖ φυλάω γιὰ σένα δῶρα.
Προκοσμικὰ βαθύσκιωτα περβόλια,
ροδοζωσμένα, χρυσομάρμαρα παλάτια,
ἀπέραντα ἀνθολίβαδα, ἀνεμόποδα ἄτια,
καὶ στὰ βαθιά μου ἀπάγκια ἀραξοβόλια,
χρυσάρμενα καράβια τριπλοφτερωμένα
μᾶς καρτεροῦν γιὰ τὰ πιὸ ὡραῖα ταξίδια,
κι ἔχω τοῦ κόσμου ὅλα τ' ἀτίμητα στολίδια,
καὶ μιὰ κορόνα ρηγικιὰ — κι ὅλα γιὰ σένα.
Καὶ σὰ θὰ φύγομε γιὰ τὴ δική μου χώρα,
θὰ σὲ προσμένω ἀρόδου σὰ θὰ ξημερώνει,
μὲ τὸ μαϊστράλι πρίμα, δίπλα στὸ τιμόνι,
καὶ θἄρθεις μόνη, ταξιδιώτισσα ἀσπροφόρα.
Καὶ μεσοπέλαα κάπου θὰ ξεσπάσει ἡ μπόρα,
θὰ βογκοτρίζουν οἱ καρένες θὰ σφυρὰν τὰ ξάρτια,
μὲς στ' ἀστραπόφωτο θ' ἀστράφτουν τὰ χρυσὰ κατάρτια,
καὶ θἄναι σὰν τοῦ κόσμου ἡ ὕστερη ὥρα.
Ὅμως ἐμεῖς, ὀρθοὶ στὴν πλώρη, τὴ μεγάλη
θενὰ τηρᾶμε πάλη τῶν κυμάτων γύρω,
ἀπὸ τὸ ἀδρὶ τῆς ἅρμης θὰ μεθᾶμε μύρο
καὶ θὰ σοῦ ἀνιστορῶ τῆς χώρας μου τὰ κάλλη.
Καὶ κάποτε, σὰ φτάσομε στὴ χώρα,
τὴ μαγιωμένη χώρα τὴ δική μου πέρα,
μὲς στὸ χρυσὸ λιοβρόχι θ' ἀντιλάμπει ἡ μέρα
καὶ θάναι σὰν τοῦ κόσμου ἡ πρώτη ὥρα.
Καὶ θάναι τῆς ἀγάπης μας ἡ πρώτη μέρα
γιορτῆς αὐγὴ καὶ σκόλη στῆς ψυχῆς τὴν πλάση,
καὶ προσευχῆς ἀμὴν καὶ εἰρήνη πάσι
ἡ πρώτη της ἀγάπης μας ἑσπέρα.
Καὶ θάναι τῆς ἀγάπης μας ἡ νύχτα ἡ πρώτη
βαθιὰ ὅσο γύρω ὁ ὕπνος τῶν κυμάτων
κι ἡδονεμένη ὅσο τὰ ρίγη τῶν θανάτων
στῶν πρώτων φιλημάτων τὴν αἰωνιότη.

 ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ

του Γιώργου Δελή


Κι όταν σε λίγο από τ’ απάνεμα λιμάνια πλέρια

στο πέλαο πέρα απλώσεις μόνο τα φτερά σου

και λάχω εμπρός σου και σου πω «πάρε άλλο δρόμο’ ή «στάσου»

πέρνα από πάνω μου κι ακολούθα τα δικά σου αστέρια.

 

Κι αν μεσοπέλαγα γροικήσεις των σειρήνων το άσμα

από τις ξέρες γύρω των παθών, τ’ αυτιά μη φράξεις.

Ανάμεσό τους πέρνα, πέρασε δίχως ν’ αράξεις

κι ό,τι δικό τους έχεις ρίχτο στο αφρισμένο χάσμα.

 

Και μην αράξεις πουθενά. Σε φούχτα το τιμόνι

κράτα ατσαλένια, είτε καράβι κυβερνάς ή σκάφη,

Τ’ είναι τα’ αράγματα όλο μνήματα και τάφοι

κι είναι δικός σου ο κόσμος όσο δεν τελειώνει.

                                                         Γ. Δελής

Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

Η φυγή

του Γ. Βαφόπουλου

(Εις εμαυτόν)

Τη ζωή σου ξόδεψες, γυρεύοντας τον τρόπο,
που θα κάμεις και συ μιαν άσκοπη φυγή.
Συχνά αποφάσιζες πως η καινούργια αυγή
δεν έπρεπε να σ’ εύρει πια στον ίδιο τόπο.

Σε φλόγιζε ένας πυρετός να ξεπεράσεις
τα όρια της ασφυκτικής σου περιοχής.
Η πιθανότης μιας καινούργιας κατοχής
σου κέντριζε τα βήματα προς νέες εκτάσεις.

Έπαιρνες την απόφαση∙ όμως κατά βάθος
γι’ αναβολή ζητούσες κάποιαν αφορμή,
γιατί έβρισκες «τυχαία» την τελευταία στιγμή
να ’χεις στους υπολογισμούς σου κάποιο λάθος.

Δεν υποπτεύθηκες καθόλου πως αφότου
λυγίσουν την απόφασή σου δισταγμοί,
γύρω σου υψώνονται ανυπέρβλητοι φραγμοί,
που μες σ’ αυτούς πεθαίνει κι η ψυχή του «Ασώτου».

Έτσι για πάντα ματαιώθηκε η φυγή σου,
πέφτοντας απ' αναβολή σ’ αναβολή.
Είχες μείνει στο περιβάλλον σου πολύ
κι είχες τις έξεις αποκτήσει ενός μεθύσου.

Από τη συλλογή Τα ρόδα της Μυρτάλης (1931)

Ο μεγάλος κώνος

του Γ. Βαφόπουλου

Ας δεχθούμε πως η δομή του κόσμου
είν’ ένας κώνος, που απ’ τη βάση ως την κορφή του
διατρέχεται από μια γραμμή σπειροειδή.

Ο άνθρωπος του οιδιπόδειου αινίγματος
ξεκινά την αυγή, πάνω στ’ αχνάρια της γραμμής,
με τα τέσσερα πόδια. Στα μισά του δρόμου
στυλώνεται στα δυο του, για να ιδεί κατάματα
τον ήλιο του λαμπρού μεσημεριού.
Και το βράδυ φθάνει στην κορφή του κώνου,
σέρνοντας τώρα το τρίτο του ποδάρι,
έτοιμος ν’ αντικρίσει τη μεγάλη δύση.

Αλλ’ έμεινε ατελής του αινίγματος η λύση.
Παραλείφθηκε η εκδοχή της τελευταίας
οριζοντιώσεως. Κι ακόμα η αλληγορία
του λίκνου και του φέρετρου, που ήσαν δεμένα
στις δυο άκρες της σπειροειδούς γραμμής του κώνου.

Ο κόσμος θα μπορούσε να ’ναι κι ένας κύβος,
σαν εκείνον του Καίσαρος, που «ερρίφθη» στον Ρουβίκωνα.
Κι ακόμα θα μπορούσε να ’ναι κι ένας κύκλος,
όμοιος με το αλώνι του Διγενή Ακρίτα.

Το σχήμα του στερνά ο καθείς ανακαλύπτει,
κατά τον κόσμο που στη φύση του ταιριάζει.

Είναι άνθρωποι τετράγωνοι, ίσιοι ή τεθλασμένοι,
που βολεύονται μέσα στο περίγραμμά τους.
Κι είναι άλλοι πρηνείς και πεπλατυσμένοι,
που αρκούνται «μετριοφρόνως» σε μια τάβλα.

Όμως, εγώ επιμένω στου μεγάλου κώνου
το πολυσήμαντο σχήμα, όπου σ’ έναν κύκλο
αλλεπαλλήλων ενιαυτών, τα βήματά μου
οδηγηθήκαν με περίσκεψη προς την κορφή του,
ανάμεσ’ απ’ άνθη, πέτρες και σκιές θανάτου.

Στέκομαι τώρα στο στερνό σκαλί της σπείρας
κι αναμετρώ τα στάδια της μακράς πορείας μου.
Θα ’ναι μάταιο το χέρι μου να υψώσω,
αφού δε βλέπω να μου απλώνεται άλλο χέρι.

Όσοι γνωρίζανε πως στην κορφή του κώνου
του υποχθονίου πυρός έχασκε ο αρχαίος κρατήρας,
ήδη μπορούνε να εξηγήσουν την προτίμησή μου
προς το υπερούσιο σχήμα του μεγάλου κώνου.

Καθώς πια δεν υπάρχει ανάληψη στους ουρανούς,
μου αρκεί το έσχατο πήδημα του Εμπεδοκλέους.

Από τη συλλογή Τα επιγενόμενα (1977)

Ερωτική ολονυκτία

του Γ. Βαφόπουλου

Η νύχτα απόψε το άρωμα της ηδονής σκορπάει ξανά
και μια ανεξήγητη χαρά στη σκοτεινιά της κλείνει.
Έλα, Μυρτάλη, ο έρωτας τρελός απόψε ξαγρυπνά
κι έξαλλος σπάει το τόξο του στη νυφική μας κλίνη.

Ράθυμα απόψε ξαγρυπνούν μαζί μας όλη τη νυχτιά
κι αντιχτυπιένται στου έρωτα τη ζάλη όλα τα ρόδα.
Έλα, Μυρτάλη, ας γίνει απόψε η κάμαρή μας μια πλατιά
του ωραίου θεού της ηδονής λαμπρότατη παγόδα.

Από τη συλλογή Τα ρόδα της Μυρτάλης (1931)

Σταδιοδρομία

του Γ. Βαφόπουλου
Αφιερώνεται στους Νέους

Γιατί όταν ξεκινήσαμε δε βρέθηκε κανείς
στην αφροσύνη μας τη φρόνησή του ν’ αντιτάξει;
Ναι, ο σκοπός ήταν ψηλός κι η πρόθεση ευγενής,
μα εφύγαμε απροετοίμαστοι, με δίχως καμιά τάξη.

Τη γνώση τη θεωρούσαμε σαν πράγμα περιττό,
πεζή φροντίδα των κοινών και ταπεινών ανθρώπων.
Ο ενθουσιασμός μας ήτανε εφόδιον αρκετό
για τη λαμπρή κατάκτηση των νέων άγνωστων τόπων.

Χωρίς περίσκεψη, χωρίς αμφιβολία καμιά
για την ορθότητα του τολμηρού διαβήματός μας,
κινήσαμε προτείνοντας τ’ άλκιμα νέα κορμιά,
με την ανόητη φλόγα της αισιοδοξίας εντός μας.

Όταν επροχωρήσαμε πολύ κι ο δισταγμός,
παιδί της πείρας, άρχισε να κρούει το λογικό μας,
σκεφθήκαμε αν δεν ήτανε ο ύστατος ηρωισμός
ν’ αφήσουμε ανεκπλήρωτο το πλανερό όνειρό μας.

Με φόβο εκοιταχτήκαμε στα μάτια σιωπηλοί,
γυρίζοντας μ’ ανησυχία τα βλέμματά μας πίσω.
Αλίμονο, η αφετηρία μακριά ήτανε πολύ
και λέγαμε ο καθένας μας: «αργά είναι να γυρίσω».

Κριθήκαμε έτσι απ’ την αδυναμία μιας στιγμής,
άβουλοι, την ανάγκη κάμνοντας φιλοτιμία.
Το θεωρήσαμε οι δειλοί πια ζήτημα τιμής
αργά να μην αρχίσουμε μια νέα σταδιοδρομία.

Και τώρα; Στο μεταίχμιο του όνειρου και της ζωής,
μας απωθεί απ’ τη μια η ζωή και τ’ όνειρο απ’ την άλλη.
Απολωλότα πρόβατα, στρατιώτες αδαείς!
Δε μένει παρά το άδειο μας να σπάσουμε κεφάλι.

Από τη συλλογή Τα ρόδα της Μυρτάλης (1931)