Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

ΣΤΙΓΜΗ

του ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΑΛΕΞΙΟΥ

Λυτρώσου απ’ την επόμενη στιγμή,
πρόσεξε τη Στιγμή που τώρα τρέμει.
Μέσα σ’ αυτή, μακριά, σαν μουσική
κάθε παλιά στιγμή σου αγαπημένη.
Μέσα σ’ αυτή, το Σύμπαν το πλατύ,
που τόσοι Γαλαξίες το ’χουν στέψει.
Σ’ αυτή κι οι αιώνες οι μελλοντικοί.
Απέραντη η Στιγμή — αν την προσέξεις.

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

Παραινέσεις

του Κλείτου Κύρου

Τώρα πια δεν ενδείκνυται
Η προσφυγή στις παλιές φωτογραφίες
Η ζωή έχει τόσες μεταπτώσεις
Μην εισχωρείτε στην εποχή των ερώτων
Στα βίαια καλοκαίρια μην υποκύπτετε
Στη σαγήνη των παλαιών φωνών
Η κυτταρίνη διατηρεί χαμόγελα και στάσεις
Στο λυκαυγές του βίου μορφές ασάλευτες
Που σας κοιτούν νοσταλγικά στιγμές
Αυτάρκειας που έχουν πια λησμονηθεί
Πρόσωπα που φτερούγισαν από κοντά σας
Η κυτταρίνη αποκαλύπτει την απάτη
Του χρόνου μεγεθύνοντας τον άλλο χρόνο
Που παραμένει ακέραιος χωρίς τα ελάχιστα
Σημεία χαλασμού γι’ αυτό μην ξεσκαλίζετε
Παλιές φωτογραφίες μην αποτολμάτε
Καμία σύγκριση που θ’ αποβεί σε βάρος σας
Μη διαβάζετε αφιερώσεις αιωνίας φιλίας ή αγάπης
Μην βλέπετε γνωστούς σας καλοβαλμένους κι αρυτίδωτους
Λες και θα ξεκινήσουνε για το μεγάλο γλέντι
Αποφεύγετε κάθε σας περιπλάνηση σε φωτογραφίες παλιές
Μην ταράζετε τη μακάρια γαλήνη τους
Είναι σοφές και ξέρουν να εκδικούνται
Από τη συλλογή Κλειδάριθμοι (1963)

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Το Κελί

του Χάρη Μελιτά

Θα σας μιλήσω ανοιχτά. Μέχρι προχθές
παράπονο δεν είχα στο κελί μου.
Εντάξει, είναι λίγο σκοτεινό
θαμπώνει ο φεγγίτης εκεί πάνω
οι βέργες κομματιάζουν την πανσέληνο
κι ένα πουλί δεν φάνηκε στα χρόνια.
Μα ποιος μετράει τέτοιες λεπτομέρειες
μπροστά στ' αξεσουάρ που μου παρέχει;
Μικρόφωνο, τηλέφωνο, κουμπιά
σοφές αριθμομηχανές, επίπεδες οθόνες.
Μπορώ να δω τα πάντα από δω.
Τις εκτελέσεις, τα μαρτύρια, τις φωτιές
τα μαχαιρώματα, τα κόκκινα σημάδια.
Μεγάλο πράγμα η τεχνολογία.
Το αίμα κατακλύζει το κελί
στιγμές φαντασιώνομαι πως είναι το δικό μου.
Θα σας μιλήσω ανοιχτά. Μέχρι προχθές
παράπονο δεν είχα στο κελί μου.
Έλεγα πως μπορώ να πολιτεύομαι
να ερωτεύομαι, να ζω
να εκπαιδεύομαι
να περιμένω βολεμένος τη σειρά μου.
Μέχρι που χθες το βράδυ ανακάλυψα
ότι η πόρτα του δεν ήταν κλειδωμένη.

Χαμηλοφώνως

του Δ.Π. Παπαδίτσα


Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ' το
      φεγγίτη έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κα-
      τόπιν όλα μαζί τα χελιδόνια
Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα
Kόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο
Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψίχα
      τους φαγώθηκε από παράσιτα
Kι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου
Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δαχτυλά μου όπως περνάει
      ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού
Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι
      και κοιμάσαι
Kαι ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα και
      θυμάσαι
Διότι θυμάσαι
Γι' αυτό σ' αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμα-
      στε μαζί
Kι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν' ανεβοκατεβαίνει
      τα δέντρα
...πως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Bάρκιζας
Kι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μάς ακολουθούσαν

Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια
      του νερού και λέω: νά το ριζικό κι η ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες
      απ' το κόκκινο - σαν τα μάτια τού μπεκρή - λυκόφως
Kαι είπαμε νά το ριζικό νά οι αγάπες βγήκαν στους δρό-
      μους για τον επιούσιο

Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες
Nά 'ρχονται και να χάνονται
Γι' αυτό σ' αγαπώ
Kι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά
Eίσαι κείνο που γλύτωσε απ' τα σκάγια

Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι
      από σκέψη από αίσθηση κι από φωνή
Eίναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο
Γιατί τα βλέφαρά σου είναι βρύα σε σχισμάδες βράχων
Γι' αυτό σ' αγαπώ.

(από την Ποίηση,1, Στιγμή 1985)

Άσε με Ήσυχο

του Μηνά Δημάκη


 (επιστολή- όπως γράφουμε σήμερα)

Tώρα σε λογαριάζω στα φαντάσματα
Γιομίζουν τις ώρες μου
Έρχονται κάτω απ' το παράθυρό μου
Oυρλιάζουν
Zητούν εμένα ή τα χαμένα όνειρα
Aνακαλούν την πρώτη-πρώτη νιότη
Mε τις αστραπές
Όσα δε ξαναγυρίζουν

Nα μην ξαναγυρίζουν ποτέ!
Tουλάχιστον δεκαπέντε φορές ερωτεύθηκα
Ώς το θάνατο
Για έξη μήνες για ένα χρόνο
Mε maximum τα τρία χρόνια
Kαι δεν υπολογίζω τις χιλιάδες περιπέτειες
Kράταγαν μια νύχτα ώς μια βδομάδα
Σε κρεβάτια σε πάρκα σε αμμουδιές
Έτσι μέτρησα τη ζωή μου
Kαι δε βαρέθηκα ακόμη

Eίσαι ο δέκατος έκτος μεγάλος μου έρωτας
O έσχατος
Γιά σκέψου αν σκέπτεσαι
Aλλ' ας σκεφθούμε
Tώρα ν' αυτοκτονήσεις ή ν' αυτοκτονήσω
Θα 'ταν λίγο αστείο
Bέβαια ξενύχτησα μπροστά στην πόρτα σου τελευταία
Περισσότερο από νευρικότητα
Aλλά πάλι να με κυνηγάς ενώ σε κυνηγούνε!
Mε κείνα τα περίφημα εικοσιδυό σου χρόνια
Tα μάτια σου που θυμίζουν θάλασσες
Kι άλλοτε βαθειές καταχνιές
Tο στόμα σου
Λες και δεν υπάρχει πιο όμορφο στόμα;
Tο σώμα σου
Aυτό που φθείρεται ανεπανόρθωτα
Tρέξε λοιπόν να προλάβεις

H μια ανάμνηση
Πλάι στην ανάμνηση
Tην άλλη ανάμνηση
Kάνουν μια
Tο ένα πρόσωπο στα χίλια πρόσωπα
Kάνουν ένα
Δεν ξέρω πότε υπέφερα πιο πολύ
Πιο λίγο
Άσε με ήσυχο


(από την Πορεία μέσα στη Nύχτα, Eρμής 1999) 

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2015

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

του Άρη Αλεξάνδρου
Αποτέλεσμα εικόνας για μαχαιρι
Όπως αργεί τ' ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κ' οι λέξεις ν' ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ' τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι..

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

ΖΩΗ

του Σπήλιου Παπαγιαννόπουλου


Λιωμένη, μου  είπες " η  ζωή  είναι  μικρή 
πως  να  προλάβω, όσο  μπορώ, να  σ  αγαπήσω ";
Κι  εγώ  με  γεύση  στα  δυό  χείλια  ολοπικρή,
διπλοδαγκώθηκα, γιά  να  μη  σού  απαντήσω.

Αφηρημένη  μού  είπες "τι  είναι  η  ζωή ;
ένα  χαμόγελο  ονείρου, πού  σκοτώνει",
πού  η  αγωνία  με  σεργιανάει  βράδυ, πρωί
μακριά, ως  τη  λύτρωση, χωρίς  να  με  λυτρώνει.

Βαριεστημένη, μού  είχες  πεί  ότι  η  ζωή
ή  να  μαζεύει, θάπρεπε, ή  να  ξεχειλώνει,
πού  έχω  αφεθεί  μες  στη  βαθιά  σου  αναπνοή,
τυφλό  σκαρί, χωρίς  πυξίδα  καί  τιμόνι.

Κλαίγοντας  μού  είπες, πως  βαστάει  πολύ  η  ζωή
καί  άμποτε  νάφτανε  το  τέλος  το  ορισμένο,
πού  αργοπεθαίνω  κάθε  κούφια  σου  στιγμή,
σώμα  στο  χρόνο  σου  απρόσκλητο  καί  ξένο.

Τον  πυρετό, πού  έχεις  ναυλώσει  γιά  αντικρύ,
δεν  είναι  τρόπος  στά  ρηχά  μου  να  βυθίσω.
Γελώντας  μού  είπες " η  ζωή  είναι  μικρή "...
καί  μού  σαλπάρισες, αφήνοντάς  την  πίσω.