Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

ΖΩΗ

του Σπήλιου Παπαγιαννόπουλου


Λιωμένη, μου  είπες " η  ζωή  είναι  μικρή 
πως  να  προλάβω, όσο  μπορώ, να  σ  αγαπήσω ";
Κι  εγώ  με  γεύση  στα  δυό  χείλια  ολοπικρή,
διπλοδαγκώθηκα, γιά  να  μη  σού  απαντήσω.

Αφηρημένη  μού  είπες "τι  είναι  η  ζωή ;
ένα  χαμόγελο  ονείρου, πού  σκοτώνει",
πού  η  αγωνία  με  σεργιανάει  βράδυ, πρωί
μακριά, ως  τη  λύτρωση, χωρίς  να  με  λυτρώνει.

Βαριεστημένη, μού  είχες  πεί  ότι  η  ζωή
ή  να  μαζεύει, θάπρεπε, ή  να  ξεχειλώνει,
πού  έχω  αφεθεί  μες  στη  βαθιά  σου  αναπνοή,
τυφλό  σκαρί, χωρίς  πυξίδα  καί  τιμόνι.

Κλαίγοντας  μού  είπες, πως  βαστάει  πολύ  η  ζωή
καί  άμποτε  νάφτανε  το  τέλος  το  ορισμένο,
πού  αργοπεθαίνω  κάθε  κούφια  σου  στιγμή,
σώμα  στο  χρόνο  σου  απρόσκλητο  καί  ξένο.

Τον  πυρετό, πού  έχεις  ναυλώσει  γιά  αντικρύ,
δεν  είναι  τρόπος  στά  ρηχά  μου  να  βυθίσω.
Γελώντας  μού  είπες " η  ζωή  είναι  μικρή "...
καί  μού  σαλπάρισες, αφήνοντάς  την  πίσω.

ΣΕ ΜΙΑ ΑΜΜΟΥΔΙΑ

του Σπήλιου Παπαγιαννόπουλου

Είχες μπαρκάρει μ ένα στρόβιλο γι αλλού 
κι όταν η μοίρα σου στο δρόμο είχε αποκάνει , 
σε ξαναντάμωσα , αχιβάδα τού γιαλού , 
στην αμμουδιά , πούχα από χρόνια πριν , πεθάνει . 

Το γλυκοχάραμα ριγούσε ηδονικά 
κι ένα φεγγάρι ετρεμόπαιζε , να σβήσει . 
Σού είπα πως , κάποτε , σε είχα αγαπήσει 
κι εσύ μού γέλασες πικρά κι ειρωνικά . 

Είχε η μέρα αποσταμένη λιγωθεί 
κι είχε αφεθεί σε μιά ανελέητη σβηστήρα , 
όσο πού η φύση τον γαλάζιο της χρωστήρα 
στο μαύρο βούτηξε , σε νύχτα να ντυθεί . 

Λευκή αχιβάδα , στο χρυσάφι ενος γιαλού 
με βρήκες κι έσμιξες με το απολίθωμά μου . 
Πρόλαβες κι έγραψες στην άμμο το όνομά μου 
πριν η παλίρροια σε στείλει κάπου αλλού . 

Σε μιά αμμουδιά μετράω αιώνες καί χρησμούς , 
στο περιγιάλι πούχω εξαίσια ξωκείλει , 
εκεί πού θάρρεψα πως είχα ανατείλει 
καί δύση χόρτασα , με αγάπης ξορκισμούς . 

Μιά νύχτα πούμελε , πριν φύγεις ξαφνικά , 
μιά αιωνιότητα καί κάτι να κρατήσει . 
Σού είπα πως , κάποτε , σε είχα αγαπήσει 
κι εσύ μού γέλασες πικρά κι ειρωνικά .