Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ουράνης Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ουράνης Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

ΠΑΨΕΤΕ ΠΙΑ

του Κώστα Ουράνη
 
 
Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,

τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε,

κι αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια!

Το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!



Τι; Πάλι να γυρίσουμε στην βαρετήν Ιθάκη,

στις μίζερες τις έγνοιες μας και τις φτηνές χαρές μας,

και στην πιστή τη σύντροφο, που σαν ιστόν αράχνης

ύφαινε την αγάπη της γύρω από τη ζωή μας;



Πάλι να ξέρουμε από πριν το αύριο τι θα ‘ναι

και να μη νοιώθουμε καμιά λαχτάρα ν’ ανατείλει;

Πάλι σαν τους ανήλιαστους καρπούς, που μαραζώνουν

και πέφτουν σάπιοι καταγής, να μοιάζουν τα όνειρά μας;



Η τόλμη αφού μας έλλειψε – και θα μας λείπει πάντα! -

να βγούμε μόνοι απ’ τη στενή και τη στρωτή μας κοίτη,

κ’ ελεύθεροι, σαν άνθρωποι στη χαραυγή του κόσμου,

τους άγνωστους να πάρουμε και τους μεγάλους δρόμους



μ’ ανάλαφρη περπατησιά σαν του πουλιού στο χώμα

και την ψυχή μας ριγηλή σα φυλλωσιά στην αύρα,

τουλάχιστο ας μη χάσουμε την ευκαιρία τώρα

το παίγνιο να γίνουμε των άγριων των κυμάτων -



κι όπου το φέρει! Ως πλόκαμοι μπορούν να μας τραβήξουν

τα κύματα της θάλασσας τα σκοτεινά τα βάθη,

μα και μπορούν στη φόρα τους να μας σηκώσουν τόσο

ψηλά, που με το μέτωπο ν’ αγγίξουμε τ’ αστέρια!..

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Περαστικές
του Κώστα Ουράνη
 
Μονέ, Γυναίκες στον κήπο

 
Γυνακες πο σς εδα σ᾿να τρανο
τ στιγμ ποκινοσε γι᾿ λλα μέρη·
γυνακες πο σς εδα σ᾿λλου χέρι
μ γέλιο ν περντε ετυχισμένο·
γυνακες, σ μπαλκόνια νκοιττε
στ κεν μ᾿ να βλέμμα ξεχασμένο,
π να πλοο σαλπαρισμένο
μ᾿ να μαντήλι ργ νχαιρεττε:
ν ξέρατε μ πόση νοσταλγία,
στ δειλιν τβροχερ κα κρύα,
σς ξαναφέρνω στν ναμνησή μου,
γυνακες, πο περάσατε μίαν ρα
π᾿ τη ζωή μου μέσα -κα πο τώρα
κραττε μου στ ξένα τν ψυχή μου!

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι


του Κώστα Ουράνη
Van Gogh

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
μέσ᾿ στὴν κρύα μου κάμαρα, ὅπως ἔζησα μόνος·
στὴ στερνὴ ἀγωνία μου τὴ βροχὴ θὲ ν᾿ ἀκούω
καὶ τὸν κούφιο τὸν θόρυβο ποὺ ἀνεβάζει ὁ δρόμος.

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
μέσα σ᾿ ἔπιπλα ξένα καὶ σὲ σκόρπια βιβλία,
θὰ μὲ βροῦν στὸ κρεββάτι μου. Θὲ νἀρθεῖ ὁ ἀστυνόμος
θὰ μὲ θάψουν σὰν ἄνθρωπο ποὺ δὲν εἶχε ἱστορία.

Ἀπ᾿ τοὺς φίλους ποὺ παίζαμε πότε-πότε χαρτιὰ
θὰ ρωτήσει κανένας τους ἔτσι ἁπλά: «-Τὸν Οὐράνη
μὴν τὸν εἶδε κανείς; Ἔχει μέρες ποὺ χάθηκε!...»
Θ᾿ ἀπαντήσει ἄλλος παίζοντας: «-Μ᾿ αὐτὸς ἔχει πεθάνει».

Μιὰ στιγμὴ θὰ κοιτάξουνε ὁ καθένας τὸν ἄλλον,
θὰ κουνήσουν περίλυπα καὶ σιγὰ τὸ κεφάλι,
θὲ νὰ ποῦν: «Τ᾿ εἶν᾿ ὁ ἄνθρωπος!... Χτὲς ἀκόμα ζοῦσε!»
Καὶ βουβὰ τὸ παιγνίδι τους θ᾿ ἀρχινήσουνε πάλι.

Κάποιος θἆναι συνάδελφος στὰ «ψιλὰ» ποὺ θὰ γράψει
πὼς «προώρως ἀπέθανεν ὁ Οὐράνης στὴν ξένη,
νέος γνωστὸς εἰς τοὺς κύκλους μας, ποὖχε κάποτ᾿ ἐκδώσει
συλλογὴν μὲ ποιήματα πολλὰ ὑποσχομένην».

Κι αὐτὸς θἆναι ὁ στερνός της ζωῆς μου ἐπιτάφιος.
Θὰ μὲ κλάψουνε βέβαια μόνο οἱ γέροι γονιοί μου
καὶ θὰ κάνουν μνημόσυνο μὲ περίσιους παπάδες
ὅπου θἆναι ὅλοι οἱ φίλοι μου κι ἴσως-ἴσως οἱ ὀχτροί μου.

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
σὲ μία κάμαρα ξένη στὸ πολύβοο Παρίσι,
καὶ μία Κίττυ θαρώντας πὼς τὴν ξέχασα γι᾿ ἄλλην
θὰ μοῦ γράψει ἕνα γράμμα -καὶ νεκρὸ θὰ μὲ βρίσει.