Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημουλά Κική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημουλά Κική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2019

Έμμονη Ιδέα

της Κικής Δημουλά

Αποτέλεσμα εικόνας για painting photo
Σκότωσα άνθρωπο
επιτέλους τον ξεφορτώθηκα
με αργό ρυθμό βασανιστηρίων
τη βδελυρή μου πράξη να απολαμβάνω.

Τον κατακρεούργησα

Ψαλίδισα πρώτα το κεφάλι
μετά ξεκοίλιασα τα μάτια
αν τολμάει τώρα
ας με κοιτάξει αδιάφορα.

Άλειψα με κόλαση τον κορμό
παράδεισο να μην γνωρίσει.

Άφησα μόνο τα πόδια
κρεμασμένα σε αναπηρική κορνίζα
για παραδειγματισμό.

-Κι έγινες δήμιος
έβαψες τα χέρια σου με αίμα
μιας ανάπηρης φωτογραφίας;

Αφού δεν έφευγε τι να έκανα;
Την έδιωχνα έξω
με σπρωξιές κλοτσιές με κατάρες.

Την πέταγα στο σκουπιδιάρικο
γινόταν πολτός

Μέσα πάλι την έβρισκα
ακέραιη πάλι θρονιασμένη
στο ίδιο
πάλι αδιάφορο βλέμμα της.

-Λάθος πίκρα σκότωσες.
Αυτή που σε φαρμάκωνε
ζει.

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

ΠΡΟΣΕΧΕ

της Κικής Δημουλά


Όταν στρώνεις το τραπέζι
πριν καθίσεις
να ελέγχεις σχολαστικά
την αντικρινή σου καρέκλα


αν είναι γερή μήπως τρίζει
μήπως χαλάρωσαν οι εγκοπές
μήπως φαγώθηκαν οι αρμοί
αν υποσκάπτει το σκελετό
σκουλήκι


γιατί εκείνος που δεν κάθεται
γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο βαρύς.

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

Το διαζευκτικόν ή


της Κικής Δημουλά


Μ' έκλεισε μέσα η βροχή
και μένω τώρα να εξαρτιέμαι από σταγόνες.
Όμως πού ξέρω αν αυτό είναι βροχή
ή δάκρυα από τον μέσα ουρανό μιας μνήμης;
Μεγάλωσα πολύ για να ονομάζω
τα φαινόμενα χωρίς επιφύλαξη,
αυτό βροχή, αυτό δάκρυα.
Στεγνή στέκομαι ανάμεσα
στα δύο ενδεχόμενα : βροχή ή δάκρυα,
κι ανάμεσα σε τόσα διφορούμενα :
βροχή ή δάκρυα,
έρωτας ή τρόπος να μεγαλώνουμε,
εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς
του τελευταίου φύλλου.
Το κάθε τελευταίο,
τελευταίο τ' ονομάζω χωρίς επιφύλαξη.
Και μεγάλωσα πολύ
για να είναι αυτό αφορμή δακρύων.
Δάκρυα ή βροχή, πού να ξέρω;
Και μένω να εξαρτιέμαι από σταγόνες.
Και μεγάλωσα πολύ
για να περιμένω άλλο μέτρο όταν βρέχει
κι όταν δεν βρέχει άλλο.
Σταγόνες για όλα.
Σταγόνες βροχής ή δάκρυα.
Από τα μάτια κάποιας μνήμης ή τα δικά μου.
Εγώ ή μνήμη, πού να ξέρω;
Μεγάλωσα πολύ για να χωρίζω τους χρόνους.
Βροχή ή δάκρυα.
Εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς
του τελευταίου φύλλου.

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

Πάλι σε συγχωρώ...

της Κικής Δημουλά


Πάλι σε συγχωρώ,
πάλι σε ονειρεύτηκα,
αύριο πάλι αύριο
θα σου το ξαναπώ,
πάλι θα μου ζητήσεις
λογική εξήγηση,
πάλι θα σου απαντήσω ότι
να αντέξεις είναι το ζητούμενο
όχι να καταλάβεις.


Από τη συλλογή ποιημάτων ''Ήχος απομακρύνσεων''

Παρανομίες

της Κικής Δημουλά

 

Ἐπεκτείνομαι καὶ βιώνω
παράνομα
σὲ περιοχὲς ποὺ σὰν ὑπαρκτὲς
δὲν παραδέχονται οἱ ἄλλοι.
Ἐκεῖ σταματῶ καὶ ἐκθέτω
τὸν καταδιωγμένο κόσμο μου,
ἐκεῖ τὸν ἀναπαράγω
μὲ πικρὰ κι ἀπειθάρχητα μέσα,
ἐκεῖ τὸν ἀναθέτω
σ᾿ ἕναν ἥλιο...
χωρὶς σχῆμα, χωρὶς φῶς,
ἀμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Ἐκεῖ συμβαίνω.

Κάποτε, ὅμως,
παύει αὐτό.
Καὶ συστέλλομαι,
κι ἐπανέρχομαι βίαια
(πρὸς καθησυχασμόν)
στὴ νόμιμη καὶ παραδεκτὴ
περιοχὴ
στὴν ἐγκόσμια πίκρα.

Καὶ διαψεύδομαι.

 

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

PASSE-PARTOUT

 
 
Της Κικής Δημουλά
 
 
Ανοίγω τα παράθυρα της φωτογραφίας
ν' αεριστεί. Έμεινε καιρό κλεισμένη
όπως πολλά εξοχικά παρελθόντα.
Είσαι στο μπαλκόνι. Με την καλή παλιά σου
στάση· όρθιος· φοράς την έγχρωμη επίγεια
εφαρμοστή στολή των επιπέδων: μια κεραμιδένια
στέγη το φουσκωτό μπουφάν του πεύκου,
μπαλωμένο μ' ενδιάμεση θάλασσα
στα μέρη που σκίστηκαν τα κλαδιά
παίζοντας με δυνατούς ανέμους.
Είναι σε παλίρροια τα περιβόλια
Έχουν ανέβει ως τα τηλεγραφόξυλα
και κρέμονται λεμόνια στα καλώδια
άγουρα εορταστικά γλομπάκια.
Κάνεις υποστολή ηλίου.
Ανεβάζεις την τέντα συνθλίβοντας
πάνινα λουλούδια. Ανυπόμονος περιστρέφεις
την κίνηση σα να 'ναι ο ίσκιος το δυσεύρετο.
Ως εδώ λογικά συμπεριφέρεται ή φωτογραφία.
Ώσπου εμφανίζομαι εγώ, παρανοϊκά νεόφερτη
στην εικόνα σαν με πλαστικήν αφαίρεση.
Ενώ ήμουν μαζί σου εξ αρχής
κοινοκτήμων της παλίρροιας και των περιβολιών
λίγο πιο πίσω από σένα καθισμένη
σ' ένα πολύ αναπαυτικό pliant μειδίαμα μου
μοιάζει τώρα
σαν μόλις να προστέθηκα στη φωτογραφία.
Με σημερινό το πρόσωπο μου, μαύρο βλέμμα
μακρύ σέρνεται ή ουρά του χάμω στο μπαλκόνι
λες πώς κάλεσε εμένα το επίσημο σκοτάδι.
Τείνομαι άπνους σα να θέλω
να σε απομακρύνω από την τέντα
μη σου πέσει κι άλλο
νταμάρι ίσκιου απάνω σου.
Αρκετά ανήλιος έγινες.
Πώς ενημερώθηκε ή φωτογραφία.
Χρόνος αληθινός σε χρόνο χάρτινο πώς μπήκε.
Με ποιαν οικειότητα ή οδύνη
μίλησε στην απάθεια των αψύχων.
Άραγε τι βαθύτερο να είναι αυτά τα άψυχα.
Μήπως τίποτα ζωές προηγούμενες εμψύχων
πού με την πρώτη επώδυνη ευκαιρία
υποτροπιάζουν;
ΜΟΝΤΑΖ
 της Κικής Δημουλά



Σημείο διαχωριστικό δύο απέραντων είσαι.
Δύο αντιμέτωπων πελάγων.
Ο ουρανός κι η θάλασσα.
Το πλάτος και των δύο
αθροίζεται στο μέτωπό σου.
Εχεις πλατύ μέτωπο
αντιμέτωπο στα όρια.
Τα δεμένα πανιά της μορφής σου,
η σκεπτική της πλώρη,
δείχνουν πως περιμένεις τρικυμία
των απεράντων.

Όμως εσύ κρατάς τιμόνι.
Εξάρτημα καϊκιού είναι
ή της ζωής σου;
Δική σου είναι η βάρκα
ή κλεμμένη;
Δικό σου είναι το θάρρος
ή της φωτογραφίας;
Οδηγείς ή οδηγείσαι;
Υπήρχε από την αρχή τιμόνι
ή έκανε μοντάζ ο φωτογράφος
κι απόκτησε τιμόνι
το ακυβέρνητο,
όπως βρεθήκαν οι αγρότες οι παππούδες μας
στα κάδρα
με γραβάτα;

Κική Δημουλά

Στην Κική Δημουλά απονεμήθηκε το πρώτο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου της,  στην απονομή των κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας 2010. Η ποιήτρια , παραλαμβάνοντας το βραβείο, ανάμεσα στα άλλα είπε:




“Για την ποίηση γνωρίζω μόνο τα εμφανή, ότι επινόησε έναν άλλο τόπο και έναν άλλο χρόνο όπου να μπορούν να ζήσουν εκεί αναλλοίωτα όσα απο μόνα τους γεννήθηκαν ωραία και θνητά”.

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Υποκατάστατο
της Κικής Δημουλά

 
Σκορπίζουν τῶν δακρύων οἱ μεγάλες συγκεντρώσεις.
Μνήμη καὶ παρὸν ψάχνουν νὰ κρυφτοῦν ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.
Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ πότε ἀπὸ κεῖνο τὸ εὐκρινὲς χαράκωμα ἡ λύπη πότε ἀπὸ ἀμυδρότερο.
Στρατηγικὴ νὰ δείξει τάχα ὅτι ἔρχονται ἐνισχύσεις.
Ἂς παραδοθεῖ. Ἔχει σχεδὸν ἐπικρατήσει ἡ φωτογραφία σου.
Ἐξαπλώθηκε ὅπου βρῆκε ἄμαχη ἐπιφάνεια ἀποδεκατισμένη αἴσθηση πρόθυμη γιὰ γαλήνη.
Ἀνεμίζει στῶν βλεμμάτων τὰ ὑψώματα ὄχι σὰν ἔθιμο ἀδρανὲς μελαγχολικὸ μὰ ὡς γενναῖος συκοφάντης τῆς ἀπώλειάς σου.
Μέρα τὴ μέρα πείθει πῶς τίποτα δὲν ἄλλαξε ὅτι ἤσουν πάντα ἔτσι, ἀπὸ χαρτὶ ἐκ γενετῆς φωτογραφία σὲ συνάντησα ἀνέκαθεν πὼς ἔτσι σ᾿ ἀγαποῦσα γυρολόγα ἀπὸ εἰκόνα σὲ ἀπεικόνιση κι ἀπὸ ἀπεικόνιση σὲ εἰκόνα σου ἀρκέστηκα.
Μνήμη καὶ παρὸν πρέπει νὰ κρυφτοῦν ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.
Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ ἀμυδρὴ. Μαρτυρία ὑπέρ σου ἡ λύπη ἂς παραδοθεῖ.
Ὁ μόνος ἀξιόπιστος μάρτυρας ὅτι ζήσαμε εἶναι ἡ ἀπουσία μας.

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Γράψε Λάθος

Η Κική Δημουλά στο πρωτοσέλιδο της "International Herald Tribune"!
Η Κική Δημουλά στο πρωτοσέλιδο της "International Herald Tribune''

της Κικής Δημουλά

Δεν φτάνει που ήσουν ερχομός θερμοκηπίων
ενόχλησες και την ορθογραφία μου.


Κατ' επανάληψη λες, μ' έπιασες να γράφω
συνδιαζω αντί για συνδυάζω που σημαίνει
συν-δύο, βάζω το ένα δίπλα στο άλλο
τα δυό μαζί ενώνω-το ζω το αφήνουμε απ' έξω
για μετά, αν πετύχει ο συνδυασμός.


Δεν είναι λάθος φίλε μου.
Είναι μια πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας.
Δείξε μου εσύ ένα ύψιλον
που να κατάφερε ποτέ σωστά να μας ενώσει.
Συνδυασμοί πολλοί αλλά πόσοι γνώρισαν
τη ρηματική του ζω απεραντοσύνη.


Απ' τη σκοπιά του καθενός η ορθογραφία.
Πάρε παράδειγμα
τι κινητά που γράφεται το ψέμα.
Οταν εσύ το εξακοντίζεις προς τον άλλον
σωστά το γράφεις μέσα σου, θαρραλέα.
Ομως όταν εσύ το δέχεσαι κατάστηθα
τότε το γράφεις ψαίμα.
Ρωτάς από πού και ως πού
γράφω τη συμπόνοια με όμικρον γιώτα.


Ποιος ξέρει θα με παρέσυρε η άπνοια
ο ανοίκειος το ποίημα η οίηση
το κοιμητήριο η οικουμένη το οικτρόν
και η αοιδός επιθυμία
απ' την αρχή να ξαναγραφόταν ο κόσμος.


Εξάλλου σου θυμίζω η συμπόνοια
πρωτογράφτηκε λάθος από το Θεό.

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
 Της Κικής Δημουλά


 


Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού’ μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

ΕΦΟΔΙΟ ΤΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ

της Κικής Δημουλά




Μὲ κατακρίνεις
ὅτι συμπεριφέρομαι λιπόψυχα, ἀργὰ
ὅπως κοντοστέκεται ἡ φοβία νὰ ἐντοπίσει
ποιὸς κίνδυνος ἀπὸ μακριὰ
φωνάζει τ᾿ ὄνομά της.

Εἶμαι τρωτὴ, γι᾿ αὐτό.
Ὄχι στὴ φτέρνα μόνο,
τὸ ἐνιωσα
παρότι ἦταν ἀκόμα στὰ σκαριὰ
στὶς δοκιμὲς ἡ ἰδιοσυγκρασία.
Κι ὅμως ἐγὼ τὰ ἄκουσα τὰ λάδια
νοθευμένα
δὲ γράσωναν καλὰ τὴν ἄμυνά μου
-τί τὰ θὲς, τεχνίτες ἀνειδίκευτοι
οἱ ἀστερισμοί μας.

Μάνα, τὴν παρακάλεσα, πήγαινε στὴ Θέτιδα
γνωρίζεστε ἐξ αἵματος μάνες κι οἱ δυὸ
ἐβγάζατε ἀπὸ πάνω σας καὶ ξεπετούσατε
στὸ χῶμα τὰ βραχιόλια καὶ τὰ δαχτυλίδια
καὶ ζήτα της τὸ ἀθάνατο περίσσευμα
ἀπ᾿ τὴ θνητή ἐπάλειψη τοῦ γιοῦ της
τοῦ Ἀχιλλέα.

Ὄχι μὲ ἀθανασία
μὲ βεβαιότητα νὰ μὲ ἐπικαλύψεις.
Μοῦ χίμηξε
τὶ ἀθανασία τὶ βεβαιότης εἶπε
ἐξίσου ἄτρωτες οὐσίες καὶ οἱ δυό.
Καὶ μάθε ἀκόμα
πὼς τὸ περίσσευμα ἀπ᾿ τὸ παλιό του λάθος
κανεὶς δὲν τὸ χαρίζει σὲ κανέναν.
Βαθιὰ
μὲς στὶς ἀμετανόητες προθέσεις του τὸ κρύβει
νὰ ἐπαλείψει ἀθάνατο
καὶ τὸ ἑπόμενο προσφιλές του λάθος.

Τὸ κυριότερο
- συνέχισε ἡ μάνα μου μιλώντας
μὲ οἶκτο χλευαστῆ -
παιδὶ μου πῶς θὰ ζήσεις χωρὶς τρωτὰ σημεῖα
χωρὶς τῆς ἀγωνίας τὰ ἐφόδια
τὶ προκοπὴ θὰ κάνει ἡ άντοχὴ σου
χωρὶς εἰσόδημα πικρίας
πῶς θ᾿ ἀναθρέψεις τὴν ἀπώλεια
πῶς θ᾿ ἀντικρίσεις τοὺς ἐχθρούς σου.
Οἱ ἐνοχὲς σου τὶ θ᾿ ἀπογίνουν
ὅταν τοὺς κόψεις τὴ διατροφή
θ᾿ ἁγιάσουνε ὡς φτωχὲς μετὰ ἀπὸ τόσα πλούτη;
Θ᾿ ἀπαρνηθεῖς τὴν ἥττα;
Ἡ ἥττα εἶναι παράδοση
μιλιέται ἀπὸ σῶμα σὲ σῶμα διαιωνίζεται.
Εἶδες ποτὲ κανένα ὄνειρο
μεταμοντέρνας νίκης νὰ διαρκεῖ;

Ἂν δὲν τρωθεῖς
ποῦ θὰ σὲ βρεῖ ἡ ἀγάπη.
Τὸ βέλος θὰ τὴν ὁδηγήσει στὴν πληγὴ σου.
Γιὰ ποιὸν νομίζεις ξεκινάει ἀπὸ τὸ μακρινὸ
τὸ ἔρημο τὸ ἀβέβαιο ὄνομά της;
Ὄχι γιὰ τὸ ἀξέχαστο βλέμμα τοῦ τοξότη
στῆς ἕλξης τὸ φαρμάκι βουτηγμένο.
Γιὰ νὰ τραφεῖ ἀπ᾿ τὴν πληγὴ σου ξεκινάει
ἡ πεινασμένη ὕπαρξή της.

Ἀβέβαια ζῆσε.
Τίμα τὴν προέλευσή σου.

Κατάλαβέ το, ἐρχόμαστε ἀπὸ μιὰ
παροδικὴ ἀβεβαιότητα τοῦ θανάτου.