Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χιόνης Αργύρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χιόνης Αργύρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Το ωραίο καλοκαίρι
 του Αργύρη Χιόνη


Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
ήταν ωραίο αλλά και επικίνδυνο

Μια κάτασπρη τουρίστρια τα `φτιαξε με τον ήλιο
κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
σκούρυνε, αφομοιώθηκε απ’ το τοπίο
τώρα οι δικοί της την αναζητούν μέσω του Ερυθρού Σταυρού

Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
ξεχάστηκε θαμμένος μες την άμμο
όταν τον θυμηθήκανε μετά από μέρες
σηκώσαν το καπέλο του, δεν ήταν από κάτω

Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
αν τους βαστάει τώρα ας με ξαναδείρουν, είπε
πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά μαχαίρι και πηρούνι
και χωρίς να τρυπηθούν, του φάγαν την καρδιά

Βαθιά, ένα καράβι έμενε ακίνητο
ακίνητο ένα καλοκαίρι
φυσούσαν άνεμοι, φουσκώναν τα πανιά
δεν έλεγε να φύγει, τι περίμενε, τι περίμενε
κανείς δεν ξέρει

Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
ήταν ωραίο αλλά και επικίνδυνο
κανείς δεν ξέρει
ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
κανείς δεν ξέρει

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

«Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη»

 (απόσπασμα)
 
του Αργύρη Χιόνη



Ω ναι, ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις,
πως δεν χρειάζεται ωκεανός για να πνιγείς.
Υπάρχουνε πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κοστούμι τους,
μες στη βαθιά τους πολυθρόνα, πολλοί που για πάντα
τους σκέπασε το πουπουλένιο πάπλωμά τους.
Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους,
σ’ ένα κουπάκι του καφέ, σ’ ένα κουτάλι του γλυκού...
Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί
βαθιά πού κοιμούνται, ας είναι γλυκός κι ανόνειρος.
Κι ας είναι ελαφρύ τό νοικοκυριό πού τούς σκεπάζει.
Ο Τζουτζές              
του Αργύρη Χιόνη

 “The Poet and the King” by Howard Pyle


«Κάνε με να κλάψω» είπε ο βασιλιάς
«κάνε με να κλάψω» είπε και γέλαγε.
«Χάθηκε η μάχη, κάνε με να κλάψω»,
χάθηκε ο διάδοχος» είπε και γέλαγε.
«Ο εχθρός μου νίκησε, κάνε με να κλάψω,
χάνεται η χώρα μου» είπε και γέλαγε.
«Δύναμη στο κλάμα» είπε ο τζουτζές
«δεν έχω καμιά»» είπε και γέλαγε.
«Των δακρύων την τέχνη δεν μου τη διδάξανε,
δεν μου τη ζητήσανε» είπε και γέλαγε.
«Με διαταγή σου, έγινα χαρούμενος,
Ξέμαθα στον πόνο» είπε και γέλαγε.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο τζουτζές.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο βασιλιάς.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε και γέλαγε.
Χέρια
 
του Αργύρη Χιόνη


Εικόνα
Auguste Rodin
Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν - τάχα χαιρετώντας - σ' άλλους
Τ' αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή - το χειρότερο - τα ρίχνουνε στις τσέπες τους
και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα

Από τη συλλογή Λεκτικά τοπία, 1983