Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

ΕΛΕΝΗ


του Γιάννη Ρίτσου
(απόσπασμα)

...] Έφυγαν ένας -ένας οι παλιοί μας γνώριμοι. Λιγόστεψε και η αλληλογραφία.
Μόνο σε τίποτα γιορτές, σε τίποτα γενέθλια, μια σύντομη κάρτα - 
ένα στερεότυπο τοπίο του Ταϋγέτου με δαντελωτές κορφές, πολύ γαλάζιες,
ένα κομμάτι απ' τον Ευρώτα με άσπρα βότσαλα και ροδοδάφνες,
ή τα ερείπια του Μυστρά με τις αγριοσυκιές. Μα το συχνότερο απ' όλα
τηλεγραφήματα συλλυπητήρια. Κι απαντήσεις δεν έρχονταν. Ίσως
στο μεταξύ νάχε πεθάνει ο παραλήπτης - δε μαθαίναμε πιο πέρα.

Ο σύζυγός μου δεν ταξίδευε πια. Δεν άνοιγε βιβλίο. Τα τελευταία του χρόνια
είχε γίνει πολύ νευρικός. Κάπνιζε ατέλειωτα. Τις νύχτες σεργιανούσε
στο μεγάλο σαλόνι, με κείνες τις ξέφτιες καφετιές του παντόφλες
και τη μακριά νυχτικιά του. Κάθε μεσημέρι, στο τραπέζι, επανερχόταν
στην απιστία της Κλυταιμνήστρας ή στη δίκαιη πράξη του Ορέστη
σα να απειλούσε κάποιον. Ποιος νοιαζόταν; Δεν τον άκουγα καν. Ωστόσο
σαν πέθανε, μούλειψε πολύ, - μου λείψαν προπαντός εκείνες οι κουτές απειλές του, 
σάμπως αυτές ακριβώς να μου ορίζαν μια θέση αμετάθετη στο χρόνο,
σάμπως αυτές να μ' εμποδίζαν να γεράσω.

Ονειρευόμουν τότε τον Οδυσσέα, το ίδιο αγέραστον κι αυτόν, με το έξυπνο, τριγωνικό σκουφί του
ν' αργοπορεί το γυρισμό του, ο πολυμήχανος, - με τί προφάσεις ευφάνταστων κινδύνων,
ενώ αφηνόταν (τάχα ναυαγός) πότε στα χέρια μιας Κίρκης, πότε
στα χέρια μιας Ναυσικάς, να του βγάζουν τα στρείδια απ' το στήθος, 
να το λούζουν με μικρά ρόδινα σαπούνια, να φιλούν την ουλή στο γόνατό του,
να τον αλείβουν λάδι.

Θαρρώ πως έφτασε κι αυτός στην Ιθάκη` - θα τον κουκούλωσε, λέω, με τα φαντά της
η άχαρη χοντρή Πηνελόπη. Δεν πήρα από τότε μήνυμά του -
μπορεί και να τα σκίζουν οι δούλες, - τι χρειάζονται πια; 
Οι Συμπληγάδες  μεταφερθήκαν κάπου αλλού, σ' ένα χώρο πιο μέσα - τις νιώθεις
ασάλευτες, μαλακωμένες - πιο τρομερές από πριν, - δε συνθλίβουν,
πνίγουν σ' ένα πηχτό, μαύρο ρευστό  - δε γλυτώνει κανένας.

Μπορείς να φύγεις τώρα. Νύχτωσε. Νυστάζω, - να κλείσω τα μάτια,
να κοιμηθώ, να μη βλέπω ούτε έξω ούτε μέσα , να ξεχάσω
το φόβο του ύπνου και το φόβο του ξύπνου. Δεν μπορώ. Πετάγομαι πάνω - 
φοβάμαι μήπως δεν ξαναξυπνήσω. Μένω άγρυπνη, ν' ακούω
απ΄το σαλόνι το ροχαλητό των υπηρετριών, τις αράχνες στους τοίχους,
τις κατσαρίδες μέσα στην κουζίνα, ή τους νεκρούς να ρουθουνίζουν
με βαθιές εισπνοές, σα να κοιμούνται τάχα, σα νάχουν ησυχάσει.
Χάνω και τους νεκρούς μου τώρα. Τους έχασα. Πάνε.

Καμμιά φορά, περασμένα μεσάνυχτα, ακούγονται κάτω στο δρόμο
οι ρυθμικές οπλές απ' τ' άλογα μιας καθυστερημένης άμαξας, σα να επιστρέφει
από μια πένθιμη παράσταση κάποιου ετοιμόρροπου, συνοικιακού θεάτρου
με πεσμένους τους γύψους της οροφής, με ξεγδαρμένους τοίχους,
με μια τεράστια κόκκινη, ξεθωριασμένη αυλαία, κλεισμένη,
πούχει μαζέψει απ' τα πολλά πλυσίματα, και στο κενό που αφήνει κάτω
διακρίνονται ξυπόλυτα τα πόδια του μεγάλου φροντιστή ή του ηλεκτρολόγου
που ίσως τυλίγει σε ρολό ένα χάρτινο δάσος για να σβήσει τα φώτα.

Εκείνη η χαραμάδα μένει ακόμη φωτισμένη, ενώ στην πλατεία
έχουν απ' ώρα σβήσει οι πολυέλαιοι και τα χειροκροτήματα. Στον αέρα
μένει βαρειά η ανάσα της σιωπής, κι ο βόμβος της σιωπής κάτω
απ' τ' άδεια καθίσματα, μαζί με φλούδες από ηλιόσπορους και στριμμένα εισιτήρια,
με κάτι κουμπιά, ένα μαντίλι δαντελένιο, ένα κομμάτι κόκκινο σπάγγο.

...Κ΄εκείνη η σκηνή, πάνω στα τείχη της Τροίας, - να αναλήφθηκα τάχα στ' αλήθεια
αφήνοντας να πέσει απ' τα χείλη μου - ; Καμμιά φορά δοκιμάζω και τώρα,
εδώ πλαγιασμένη στο κρεββάτι, ν' ανοίξω τα χέρια, να πατήσω
στις μύτες των ποδιών - να πατήσω στον αέρα, - το τρίτο λουλούδι -

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Α Τ Λ Α Ν Τ Ι Σ

του Γ.Χ.Οντεν
Εάν πολύ το επιθυμείς
να πας στην Ατλαντίδα,
θα ξέρεις ασφαλώς ότι
μόνο το Πλοίο των Τρελών
θα κάνει το ταξίδι εφέτος,
διότι θύελλες, σφοδρές και ασυνήθιστες
έχουνε προβλεφτεί και πρέπει, το λοιπόν,
έτοιμος να είσαι∙ γι’ αυτό
με λόξα κάμποση να συμπεριφερθείς
ώστε να σε περάσουνε για ένα απ’ τα παλικάρια,
να δώσεις την εντύπωση, τουλάχιστο, πως
συμπαθείς το σαματά, το δυνατό ποτό και τις χοντράδες.
Εάν οι θύελλες (και τούτο να συμβεί μπορεί)
σε κάνουνε ν’ αράξεις για καμιάν εβδομάδα
σε κάποια παλιά πόλη, επίνειο
της Ιωνίας φερ’ ειπείν, κουβέντιασε εκεί
με τους λογίους τους πνευματώδεις, άνδρες
που έχουν αποδείξει πως σαν την Ατλαντίδα
τόπος άλλος κανείς δεν δύναται να υπάρξει.
Τη λογική τους μάθε, αλλά πρόσεξε
πόσο η λεπτότητα του νου τους εύκολα προδίδει
το ψυχικό τους βάσανο.
Έτσι λοιπόν αυτοί θα σου διδάξουνε τον τρόπο
ν’ αμφιβάλλεις για να μπορέσεις να πιστέψεις.
Εάν,  αργότερα, τύχει και προσαράξεις
στους κάβους ανάμεσα της Θράκης,
εκεί που  με δαυλούς ολονυχτίς
ράτσα γυμνή και βάρβαρη
πηδάει ξέφρενη, ακούοντας
έναν κόχυλα και κύμβαλο φρενήρες,
στην άγρια εκείνη ακτή
βγάλε τα ρούχα σου και χόρεψε, γιατί
εκτός και αν αξιωθείς
την Ατλαντίδα εντελώς
να λησμονήσεις, το ταξίδι σου
ποτέ δε θα τελειώσεις.
Και αν φτάσεις κάποτε στην έκλυτη
την Καρχηδόνα ή την Κόρινθο,
γέψου κι εσύ την ξέφρενη ευωχία.
Και αν καμιά κοκότα σ’ ένα καπηλειό,
χαϊδεύοντάς σου τα μαλλιά σου πει
«Αγαπούλη μου, η Ατλαντίδα είν’ εδώ»
Την ιστορία της ζωής της
με προσοχή ν’ ακούσεις∙ καθώς
εάν καλά δεν ενημερωθείς για κάθε καταφύγιο
που μάταια προσπαθεί
την Ατλαντίδα να παραποιήσει, πώς
τάχα θα γνωρίσεις την αληθινή;
Κι αν, επιτέλους, κοντά στην Ατλαντίδα
προσαράξεις, και βγεις
στον κοπιώδη πηγαιμό κατά την ενδοχώρα
μες από δάση ρυπαρά και παγωμένες
τούνδρες, εκεί που όλα στη στιγμή θε να χαθούν∙
αν έρμος πια σταθείς,
με γύρω σου ερημιά,
πέτρα και χιόνι και σιωπή κι αέρα,
θυμήσου τους αρχοντικούς νεκρούς
και τίμησε τη μοίρα σου, που είσαι εσύ
(ταξιδευτής βασανισμένος)
διαλεκτικός κι αλλόκοτος.
Τρικλίζοντας, προχώρα όλος χαρά
αλλά και τότε ακόμη, αν ίσως,
έχοντας πια φτάσει στο στερνό
το διάσελο, αν, ίσως, σωριαστείς
με ολάκερη την Ατλαντίδα ν’ ακτινοβολεί
από κάτω κι όμως να κατεβείς
πια δεν αντέχεις, πρέπει
υπερήφανος να είσαι, μόνο που κρυφοκοίταξες
την Ατλαντίδα, σε όραμα ποιητικό.
Ξάπλωσε ειρηνικά και πες ευχαριστώ,
έχοντας δει τον λυτρωμό σου.
Όλοι οι μικροί, οι σπιτικοί θεοί
αρχίσανε να κλαίνε∙ όμως πες τους εσύ:
Αμέτε στο καλό∙ και σάλπαρε.
Καλό ταξίδι φίλε αγαπητέ, καλό ταξίδι: Είθε
ο Ερμής, των δρόμων ο διαφεντευτής,
και οι τέσσερις νάνοι, οι Κάβειροι,
πάντα να σε βοηθούν και να σε προστατεύουν.
Και είθε ο Παλαιός των Ημερών
αθέατος να σου σταθεί οδηγός
σε ό,τι έχεις να κάνεις
και να εγείρει, φίλε, πάνω σου
της σκέπης Του το φως.
(1941)

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

ΠΡΟΣΕΧΕ

της Κικής Δημουλά


Όταν στρώνεις το τραπέζι
πριν καθίσεις
να ελέγχεις σχολαστικά
την αντικρινή σου καρέκλα


αν είναι γερή μήπως τρίζει
μήπως χαλάρωσαν οι εγκοπές
μήπως φαγώθηκαν οι αρμοί
αν υποσκάπτει το σκελετό
σκουλήκι


γιατί εκείνος που δεν κάθεται
γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο βαρύς.

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014


ΤΑΞΙΔΙ 

του Τίτου Πατρίκιου

Έσπαγα το κορμί σου σα ζαχαροκάλαμο 
σε κάθε κόμπο κάθε άρθρωση 
ρουφώντας από τις ρωγμές χυμό. 
Κι εσύ διαρκώς αναδυόσουν πιο ακέρια 
με σκέπαζες με την πολύβουη φυλλωσιά σου 
την αρμυρή δροσιά της θαλασσινής σου νύχτας 
και με ταξίδευες όλο το δρόμο 
από το αγρίμι ώς τον άνθρωπο. 
Σίφνος, Αύγουστος 1959

Υπόγειο τρένο


του Τίτου Πατρίκιου

Κι έπειτα τα χρόνια θα περάσουν
όγκοι βουνών και πέτρας θα παρεμβληθούν
θα ξεχαστούν όλα
όπως ξεχνιέται το καθημερινό φαΐ
που μας κρατάει ορθούς.
Όλα, έξω από κείνη τη στιγμή
που μέσα στο συνωστισμό του υπόγειου τρένου
κρατήθηκες στο μπράτσο μου.

Ολονυχτία

του Νικηφόρου Βρεττάκου

Δε με κατάλαβες
όλη τη νύχτα ήμουνα πλάι σου,
προσπαθούσα να κλείσω τα παράθυρα,
πάλευα - όλη νύχτα.
Ο αγέρας επέμενε.
Άπλωσα τότε
τις παλάμες μου πάνω σου
σαν δύο φύλλα ουρανού και σε σκέπασα.
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
δίχως χέρια τον κόσμο.

Το διαζευκτικόν ή


της Κικής Δημουλά


Μ' έκλεισε μέσα η βροχή
και μένω τώρα να εξαρτιέμαι από σταγόνες.
Όμως πού ξέρω αν αυτό είναι βροχή
ή δάκρυα από τον μέσα ουρανό μιας μνήμης;
Μεγάλωσα πολύ για να ονομάζω
τα φαινόμενα χωρίς επιφύλαξη,
αυτό βροχή, αυτό δάκρυα.
Στεγνή στέκομαι ανάμεσα
στα δύο ενδεχόμενα : βροχή ή δάκρυα,
κι ανάμεσα σε τόσα διφορούμενα :
βροχή ή δάκρυα,
έρωτας ή τρόπος να μεγαλώνουμε,
εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς
του τελευταίου φύλλου.
Το κάθε τελευταίο,
τελευταίο τ' ονομάζω χωρίς επιφύλαξη.
Και μεγάλωσα πολύ
για να είναι αυτό αφορμή δακρύων.
Δάκρυα ή βροχή, πού να ξέρω;
Και μένω να εξαρτιέμαι από σταγόνες.
Και μεγάλωσα πολύ
για να περιμένω άλλο μέτρο όταν βρέχει
κι όταν δεν βρέχει άλλο.
Σταγόνες για όλα.
Σταγόνες βροχής ή δάκρυα.
Από τα μάτια κάποιας μνήμης ή τα δικά μου.
Εγώ ή μνήμη, πού να ξέρω;
Μεγάλωσα πολύ για να χωρίζω τους χρόνους.
Βροχή ή δάκρυα.
Εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς
του τελευταίου φύλλου.

ΔΑΚΡΥΣΕΣ

του Βύρωνα Λεοντάρη



Δάκρυσες - κι' έβρεχε όλη μέρα
ξεχείλισαν οι στέρνες και τα λούκια
λάσπωσαν γλάστρες, λάσπωσαν μπουμπούκια
και των ματιών μου λίγο η ξέρα.

Απ' των χεριών σου την βεντάλια
το φως ανόρεχτα λιποταχτούσε.
Πως θέλαμε η πόρτα να χτυπούσε
να στρίβαμε ίδια τα κεφάλια...

Πριν μας αγιάσει το άρωμα σου
μας πήραν τη γιορτή, την πήραν ίσκιοι
κι' όταν αργά των αστεριών οι μίσχοι
άρχισαν να λυγούν προς την καρδιά σου

τρόμαξα. Τι μας πέθανε εδώ μέσα;
κι' ευθύς το φως σηκώθηκα ν' ανάψω
ώρες πολέμαα κάτι να σου γράψω

Δάκρυσες - κι' έβρεχε όλη μέρα...

"Το Γύρισμα του Καιρού"

του Τίτου Πατρίκιου

Τώρα, στο γύρισμα του καιρού, πρέπει να το μπορέσεις,
όχι μονάχα ως το τέλος να παλεύεις για τη νίκη,
αλλά να την αντέχεις δίχως έπαρση ή άγρια χαρά
και πιο πολύ την ήττα στην ώρα της να δέχεσαι,
να την ομολογείς χωρίς ταπείνωση μήτε πλαστή αταραξία.
Των άλλων η συμπόνια, ο φθόνος, η κρυφή αγαλλίαση,
όποια κι αν παίρνουν όψη με κάτι σε πλουτίζουν,
όμως εσύ μη ρίχνεις την ευθύνη όλη στους άλλους,
μην παίρνεις όλη την ευθύνη απάνω σου,
μην ψάχνεις γι' αντιδρομές ή εύνοιες της τύχης
γι' απρόβλεπτα περιστατικά που υπάρχουν πάντα,
κυρίως πρόσεχε την ηδονική αιώρηση
ανάμεσα σε αυτοδικαίωση και σ' αυτοκαταδίκη.
Μόνο λίγο πιο γνωστικός να βγεις, μόνο να μάθεις
κάπως πιο ήρεμα ν' αντικρίζεις τα ανθρώπινα.

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

Πριν από το “Τετέλεσται”

του Βύρωνα Λεοντάρη
Τι φοβερό, όσοι πρώτα μ’ άξια στέρνα
του κόσμου την τιμή και την τιμή τους
εδιαφεντεύαν, τώρα σε “μοντέρνα
διασκευή” να παίζουν την ψυχή τους

στης δυσωδίας τούς πάγκους και για πλήχτρα
να τρεμοψηλαφούν τρύπιες δεκάρες . . .
Πήχτρα τριγύρω η δυστυχία και πήχτρα
τα βογγητά, το πένθος κι οι κατάρες.

Λαχνοί στις μαύρες χούφτες του θανάτου
σειούμαστε κι όλη τρέμει η ανθρωπότης. —
Κι οι νεκροί ακόμα γίναν άνω κάτου·
ποιος είν’ ο ήρωας τώρα ; ποιος προδότης ;

Ο άνθρωπος φτήνηνε κι όσο φτηναίνει,
τόσο και μεγαλώνουν τα παζάρια.
Ούτε οι ουρανοί δεν είναι πια ανοιγμένοι·
καταστροφής τούς κλείνουν μανιτάρια.

Πολιτισμοί και κόσμοι ολόγυρά μας
σαν κόκαλα νεκρών έχουν σκορπίσει —
κι ο Παρθενώνας μες στα βάσανά μας
σα θώρακας σκελέθρου έχει ξασπρίσει.

Τρίζει —πώς τρίζει!— ετούτος μας ο αιώνας,
σταυρός που έχουν επάνω του σταυρώσει
ένα παιδί γιγάντιο — και κυκλώνας
έχει το μέτωπό του στεφανώσει.

Με λόγχες και σπαθιά, τι καρτερείτε,
με σφουγγάρια στο ξίδι βουτημένα,
λεγεωνάριοι; Μάταια καρτερείτε·
δε θ’ ακουστεί “Τετέλεσται” κανένα.

— Σήκω, της δικαιοσύνης άγριο αγέρι,
τα δεσμά, που μας σφίγγουν, τώρα σπάσ’ τα!
Όχι ώς το κόκαλο να φτάσει το μαχαίρι.
Πριν από το “Τετέλεσται” — ανάστα!

Άνθρωποι

του Βύρωνα Λεοντάρη



… και τώρα πια δεν έχουμε ούτε δάχτυλα
ούτε επιστροφή, να πιάσουμε.

Κοιτάξαμε τριγύρω μας την πόλη βουλιαγμένη
μες στην ομίχλη των πουλιών, που φύγαν με τα πλοία,
ακούσαμε τον ήλιο να βουίζει σ’ άδεια λατομεία,
όπου η βροχή τής χτεσινής μας νιότης λιμνασμένη

λασπώνει τη ματιά με τα νεκρά φτερά των σπουργιτιών.
Σκύψαμε πάνω από γκρεμούς ν’ αφουγκραστούμε
τον πόνο μας και πάνω από ρυάκια για να δούμε
τα μάτια σου στα μάτια μας – κλειδί των φεγγαριών.

Τη νύχτα αναζητήσαμε – κι αυτή μας πλημμυρά,
ποθήσαμε τη σιωπή – μα ήρθε η απουσία,
τα γιασεμιά αγαπήσαμε – κι εκείνα τη χαρά
και στα κοχύλια ακούμε τη δική μας ιστορία:

Είμαστε απλοί, ανεπίστρεπτοι και σύντομοι διαβάτες,
δε μας πλανεύει τ’ όνειρο ενός εξαίσιου τέλους,
τα ωραία κορίτσια ερωτευτήκαμε – κι εκείνα τους αγγέλους,
χαμογελάσαμε στην άνοιξη – κι εκείνη στα παιδιά της.

Κλάψαμε για ό,τι χάσαμε∙ ήμασταν άνθρωποι πολύ,
άνθρωποι ως την τελευταία αιμόπτυση της δύσης,
άνθρωποι να προσμένουμε στο μώλο, που δε θα γυρίσεις,
άνθρωποι να ποθούμε αυτό, που ξέμαθε να μας ποθεί.

Μέσα στο ποίημα σε χάνω

του Βύρωνα Λεοντάρη
Μέσα στο ποίημα σε χάνω Έξω από μένα
άλλη ομορφιά σε παίρνει, αγαπημένη
Τί θα γίνω και τί με περιμένει
σε άδειες αισθήσεις και χωρίς εσένα

που είσαι για μένα ό,τι είμαι και που τώρα
δεν είσαι μυστικό και πια δεν είμαι ό,τι είμαι
Τί να μου κάνουν νοσταλγίες και μνήμες
Το απτό με αρνιέται αυτή την άχρονη ώρα

το απτό που ήταν η τρέλλα μου και το άγχος
α, όλα αυτά που γίναν τώρα στίχοι . . .
Τί άδοξα που έχασα το στοίχη-
μα ανάμεσα στο «υπάρχω – δεν υπάρχω»

Να χάνω όσα είχα το άντεχα· μα εσύ ήσουν
και όσα ποτέ δε γίναν και δεν είχα
Αυτά, πώς να τα χάσω αυτά που ματαιωθήκαν ;
Σε άλλη ομορφιά θ’ αγιάζουνε μαζί σου

λόγια που αρνήθηκαν να ειπωθούνε
αγγίγματα που πήραν πίσω το αίνιγμά τους
σημάδια του έρωτα και του θανάτου
γραφές που γράφτηκαν για να σβηστούνε

Μέσα στο ποίημα σε χάνω και δεν ξέρω
εσύ μου φεύγεις ή εγώ σου φεύγω ;
Πώς σκοτεινιάζω απ’ το δικό σου φέγγος . . .
Και δε με θέλω πια και δε με ξέρω

Σε άλλη ομορφιά φριχτή και δίχως έλεος
θα ’σαι για πάντα, έξω από μένα, ωραία ωραία
τόσο άδικα τόσο άσπλαχνα ωραία . . .
Και δε με ξέρω πια και δε με θέλω
Εν γη αλμυρά, 1996

ΑΠΟΧΡΩΜΑΤΙΣΜΟΙ

του Βύρωνα Λεοντάρη
Το δείλι σέρνεται κι αλλάζει πάλι δέρμα
Μες τις ψυχές μας, απαρνιέται όλα ξανά
τα χρώματά του – κι απομένουμε στεγνά
τοπία χωρίς αρχή και χωρίς τέρμα.
Γρίφοι λυμένοι και ξανά μπλεγμένοι
χτυπιόμαστε όλη μέρα σαν τυφλοί
για μια καλύτερη θεσούλα στο κλουβί
κι όλο βρισκόμαστε σφιχτότερα δεμένοι.
Στα λόγια σπάταλοι, φιλάργυροι όμως στο αίμα
κάναμε χάος το τοσοδά μας το μυαλό
-ο φόβος είναι θερμοκήπιο καλό,
ανθίζει σʼ όλες του τις ποικιλίες το ψέμα.

Ακούς και δεν γνωρίζεις τʼ όνομά σου,
κρυώνει η μοίρα που παλιά σου ʽχε δοθεί
-σε ποιές λοιπόν παγίδες έχουμε συρθεί;
Μέγα κακό είναι νʼαρνηθείς τʼ ανάστημά σου.
Δεν είναι ο κόσμος πείραμα στους τρόμους
του απείρου, όχι, δεν είναι δοκιμή.
Μπορείς να σέρνεσαι μια ολόκληρη ζωή,
υπογραφή δειλή μέσα στους δρόμους;
Θα ʽναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως
μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή
-άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή,
άνθρωποι που “διελύθησαν ησύχως….'
(από την “Ομίχλη του μεσημεριού', 1959)

ΕΦΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
του Διονύση Καψάλη

ΙΙ.
Τα σεραφείμ, τα χερουβείμ, οι μαύρες σκέψεις,
μέσα στο λίγο που κοιμάμαι συγυρίζουν·
βάζουν παράθυρα της νύχτας, ευμενίζουν
κλεισμένες πόρτες - περιμένουν επισκέψεις.
Κι ας διαφωνώ με τόση πένθιμη σοφία,
φιλοτεχνώ πειθήνια σε κάποιο βάζο
λουλούδια της γεντιανής κι επισκευάζω
ημερολόγια, αισθήματα, λοφία.
Λέω, θ’ ανοίξει σαν αυλαία τ’ όνειρό μου,
και θα παιχτεί ξανά ο πρώτος εαυτός μου,
θ’ αποδοθεί επακριβώς και θα τελειώσει·
κι αυτό το άθλιο παράπηγμα του τρόμου,
αυτό το θέατρο του ειπωμένου κόσμου,
με μια πνοή βρεγμένου δρόμου θα παλιώσει.
ΙΙΙ.
Κάποτε θα ‘φτασα ψηλα στην ομορφιά·
ακόμη βλέπω το κενό να κατεβάζει
πυρακτωμένο φως, κι ο ύπνος αποστάζει
πυρήνες κόσμου γαληνεύοντας βαθιά.
Μα τόσος κόπος, τόσος θάνατος, παρείλκε:
έτσι κι αλλιώς ο τόπος θα ‘πιανε τραγούδι,
μόλις αμίλητος στα χείλη σαν το χνούδι,
κι αρκούσε λίγος Σολωμός ή λίγος Ρίλκε.
Ό,τι ευτύχησα να πάθω περιττεύει,
ό,τι καρπώθηκα νωρίς με καταργεί·
ένα απόγευμα ζωής να με μαγεύει,
μια καλοσύνη της ακάλεστης κι αργή,
και το τραγούδι ανεπίδοτο θ’ ανέβει
μέσα σε νάρκη φθινοπώρου και σιγή.
ΙV.
Ο ουρανός δεν έχει άλλες ιστορίες,
άλλο σκοτάδι, φως κρυφό που δεν ειπώθη,
άλλη ψυχή να του χαλάμε για να κλώθει
πολέμους, έρωτες, λαμπρές εκεχειρίες.
Όμως απόψε που είχε θέατρο να φύγει,
πορφύρας άπλωμα για την υπόκλισή του,
με πυρπολεί το φως με δάφνες του απροσίτου,
όλα ισχύουν και μια δόξα τα τυλίγει.
Όλα πυργώνουν, πάλι πέφτουν, και βραδιάζει
στα χρονικά του έρωτα και του θανάτου,
σκόνη και σκύβαλα, συντρίμματα και χνώτα·
ένα μικρό παιδί μες στα σκεπάσματά του
ανοίγει πάλι λίγο κόσμο και διαβάζει
πριν κοιμηθεί σ’ ένα παράπονο από φώτα.
V.
- Αλλοτε θα ‘παιρνες αργόπλοα τα χρόνια
όπως ανέβαιναν του ύπνου το ποτάμι·
θαμποί παράδεισοι θα ‘φεγγαν απ’ το τζάμι,
όχθες με λίκνισμα του θέρους και τριζόνια.
Τώρα στο βύθισμα του υπνοδότη νόμου
ακούς τη φρίκη των βωμών, όλους τους κρότους
του σαρκασμού, και στην αργή καρδιά του σκότους
μετρά τις μέρες η κραυγή του υλοτόμου.
- Αλλοτε, τώρα, χρόνια μπρος και χρόνια πίσω,
ασκώ μια μάταιη χημεία· τις εικόνες
τις εμφανίζει ο ουρανός - και ποιόν θα πείσω·
όταν κοιμάμαι κι ονειρεύεσαι αιώνες,
πρώτο μου πρόσωπο κομμένο στους αγκώνες,
μαντεύω λίγο ουρανό για ν’ αγαπήσω.
VΙ.
Φτάνοντας, στάθηκε πριν μπει· από τις γρίλιες
το ξεχασμένο φως σκορπούσε θαλπωρή
έξω στο δρόμο που ξημέρωνε· μπορεί
σαν από πλήκτρα τ’ ουρανού ν’ άκουσε τρίλιες,
και σαν το θρόισμα ομήγυρης που χίλιες
και μία νύχτες γιόρτασε κι αποχωρεί·
κι ίσως φαντάστηκε να σβήνουν οι χοροί,
οι τελευταίες - σ’ ένα βύθισμα - καντρίλιες.
Κάποιο σκοτάδι του σπιτιού τους είχε πάρει,
σε κάποιο γύρισμα καιρού είχαν χαθεί·
γιατί ανοίγοντας την πόρτα, στο βαθύ
που πήρε η ημέρα να χαράζει κεχριμπάρι,
είδε μεμιάς όπως αστράφτει ένα σπαθί
τη δόξα όλη να ‘χει φύγει και τη χάρη.
VΙΙ.
Ένα συναίσθημα αργό, καθώς τελειώνει
κάτι που άρχισε - δεν ξέρω πόσα χρόνια·
κι είναι νωρίς ακόμη· νύχτες με τριζόνια
θα ‘ρθουν πολλές, και πάντα η μνήμη θ’ αλλοιώνει.
Είναι πολύ νωρίς, κι η μνήμη που αραδιάζει
θαμπές μορφές απ’ το βιβλίο των νεκρών,
αποτραβιέται, σαν σε γύρισμα νερών,
μ’ ένα συναίσθημα αργό καθώς βραδιάζει.
Να ‘ναι το σχήμα της θλιμμένης εποχής,
να ‘ναι το σπίτι στη βροχή που σαν θαλάμη
μαζεύει φόβο, κι ο βυθός μιας ενοχής;
Κλείνω στο χέρι μου μια παιδική παλάμη,
και απαλά μέσα στον ύπνο της ψυχής
με νανουρίζει χαμηλόφωνο ποτάμι.
VΙΙΙ.
Κάποτε γίνεται ο φόβος του θανάτου
ύπνος βαθύς και τον σκεπάζει ο Τειρεσίας·
σαν νυχτοφύλακας σε ώρα υπηρεσίας
που αποκοιμήθηκε στην άγρυπνη σκιά του.
Γι’ αυτό προσφεύγουμε στη λύπη των ονείρων
μ’ ένα υπόλοιπο ντροπής κι αθανασίας,
κι ο μελανόπτερος επάνω μας σωσίας
άλλοτε σκύβει λυρικός κι άλλωτε είρων.
Κι όταν βραδιάζει σαν αθώωση του ασώτου,
κι ο ουρανός μετεωρίζεται και παίρνει
όλο το μέσα της ζωής για να νυχτώσει,
είναι επόμενο να στρέφουμε με τόση
πνοή στη μαντική του δύναμη, ωσότου
ο σπαραγμός του την καινούρια μέρα σπέρνει.

Η ομίχλη μπαίνει από παντού

του  Βύρωνα Λεοντάρη

Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
κι όσα για σένα είχες ελπίσει
έχουνε τώρα πια όλα σβήσει.
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.
Σκιά ήταν ό,τι για ζωή αγαπήθη
ήχος στεγνός μιας άδειας λέξης.
Σαν ήρθε η ώρα να διαλέξεις
είπες ας φράξουν τη φωτιά άλλα στήθη.
Ποτάμι που έχει μείνει ξερή η κοίτη
πώς να ’χεις έτσι ξεστρατίσει
σου άξιζε σένα αλλιώς να ζήσεις.
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Το ωραίο καλοκαίρι
 του Αργύρη Χιόνη


Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
ήταν ωραίο αλλά και επικίνδυνο

Μια κάτασπρη τουρίστρια τα `φτιαξε με τον ήλιο
κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
σκούρυνε, αφομοιώθηκε απ’ το τοπίο
τώρα οι δικοί της την αναζητούν μέσω του Ερυθρού Σταυρού

Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
ξεχάστηκε θαμμένος μες την άμμο
όταν τον θυμηθήκανε μετά από μέρες
σηκώσαν το καπέλο του, δεν ήταν από κάτω

Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
αν τους βαστάει τώρα ας με ξαναδείρουν, είπε
πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά μαχαίρι και πηρούνι
και χωρίς να τρυπηθούν, του φάγαν την καρδιά

Βαθιά, ένα καράβι έμενε ακίνητο
ακίνητο ένα καλοκαίρι
φυσούσαν άνεμοι, φουσκώναν τα πανιά
δεν έλεγε να φύγει, τι περίμενε, τι περίμενε
κανείς δεν ξέρει

Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
ήταν ωραίο αλλά και επικίνδυνο
κανείς δεν ξέρει
ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
κανείς δεν ξέρει

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Πάλι σε συγχωρώ...

της Κικής Δημουλά


Πάλι σε συγχωρώ,
πάλι σε ονειρεύτηκα,
αύριο πάλι αύριο
θα σου το ξαναπώ,
πάλι θα μου ζητήσεις
λογική εξήγηση,
πάλι θα σου απαντήσω ότι
να αντέξεις είναι το ζητούμενο
όχι να καταλάβεις.


Από τη συλλογή ποιημάτων ''Ήχος απομακρύνσεων''

Παρανομίες

της Κικής Δημουλά

 

Ἐπεκτείνομαι καὶ βιώνω
παράνομα
σὲ περιοχὲς ποὺ σὰν ὑπαρκτὲς
δὲν παραδέχονται οἱ ἄλλοι.
Ἐκεῖ σταματῶ καὶ ἐκθέτω
τὸν καταδιωγμένο κόσμο μου,
ἐκεῖ τὸν ἀναπαράγω
μὲ πικρὰ κι ἀπειθάρχητα μέσα,
ἐκεῖ τὸν ἀναθέτω
σ᾿ ἕναν ἥλιο...
χωρὶς σχῆμα, χωρὶς φῶς,
ἀμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Ἐκεῖ συμβαίνω.

Κάποτε, ὅμως,
παύει αὐτό.
Καὶ συστέλλομαι,
κι ἐπανέρχομαι βίαια
(πρὸς καθησυχασμόν)
στὴ νόμιμη καὶ παραδεκτὴ
περιοχὴ
στὴν ἐγκόσμια πίκρα.

Καὶ διαψεύδομαι.

 

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014


ΤΟ ΜΕΛΙ ΣΤΗΝ  ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Το μέλι υπήρξε ανέκαθεν αγαπημένο των ποιητών. Δεν είναι τυχαίο ότι στο αρχαιότερο ερωτικό ποίημα που έχει ανακαλυφθεί στον κόσμο γίνεται αναφορά στο μέλι. Πρόκειται για ένα ερωτικό ποίημα που ανήκει στον πολιτισμό των  Σουμερίων και  χρονολογείται περίπου στο 2037 π.Χ .Το ποίημα ξεκινά ως εξής:

«Γαμπρέ, αγαπημένε της καρδιάς μου, σαν το μέλι γλυκιά είναι η ομορφιά σου»



 

Ωστόσο , το μέλι έχει αποτελέσει σύνηθες κι αγαπημένο  μοτίβο και της νεοελληνικής ποίησης. Οι ευεργετικές του ιδιότητες αλλά και η δυνατή γεύση του συνέβαλαν, ώστε να καταστεί για κάποιους ποιητές σύμβολο ερωτικής διάθεσης. Ο ηγέτης της Νέας Αθηναϊκής Σχολής, Κ. Παλαμάς το χρησιμοποιεί στο ιδιαίτερα τολμηρό ποίημά του «Ηδονισμός», από τη συλλογή « Βραδινή φωτιά Β»’, 1944:

Γυμνοί. Και σαν κισσός θα σκαρφαλώσω
Να φάω το κορμί σου που με τρώει.
Του λαγκαδιού σου την δροσάτη χλόη
Με το χέρι θρασσά θα την πυρώσω.


Το κρασί που ξανάφτει και το γάλα
Που κοιμίζει, θα φέρω στάλα στάλα,
Μ’ όλο μου το κορμί να σε ποτίσω
Και στα πόδια σου τ’ ασπροσκαλισμένα,
Δυο βάζα που μου παίρνουνε τα φρένα,
Στερνή μανία το μέλι μου θα χύσω.




 

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης το χρησιμοποιεί στα ποιήματά του, για να καταδείξει πόσο πολύτιμο είναι το «αντικείμενο του πόθου του» :

Χρυσή μου αγάπη, αν ήξερες
τι μέλι είσαι για μένα...
Τα μπουμπουκάκια τα όμορφα,
τα μοσχομυρισμένα.
Και τα αγεράκια που φυσούν
Σα λιποθυμισμένα,
δεν έχουνε το βάλσαμο
που `χεις εσύ για μένα...

Άλλοτε πάλι , για να δηλώσει τη «γλυκιά γεύση»  της ερωτικής πράξης:

Έτσι, αγάπη μου, σε χόρτασα
κι έτσι, τη γλυκάδα σου ήπια
μέσα στ’ άνομα αγκαλιάσματα
στ’ άνομα τα καρδιοχτύπια,

κι απ’ το μέλι ποθοπλάνταζε
το κορμί σου και το μάτι
κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι
(Ν.Λαπαθιώτης, κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι)

 

ή  για να αποδώσει τη γλύκα των ερωτόλογων:

Κλεῖσε μὴ μᾶς βλέπουνε λοξὰ οἱ ματιὲς τοῦ κόσμου,
δῶσ᾿ μου τὸ χειλάκι σου, ποὖναι ἁπαλό, νωπό.
Ἔχω κάτι ὁλόγλυκο γιὰ σένα ἀπόψε, φῶς μου,
ἔχω κάτι ὁλόγλυκο σὰ
μέλι νὰ σοῦ πῶ.( Ν.Λαπαθιώτης ,Κλείσε τα παράθυρα)

Ο Γ.Ρίτσος συγκρίνει τη γλύκα του μελιού με τα μάτια της αγαπημένης του:

«Γυναίκα μου,  Μέλισσά μου με τη χρυσή καρδιά,  Μέλισσά μου με τα μάτια πιο γλυκά απ΄το μέλι»     (Γιάννης Ρίτσος,Μονάκριβή μου).



 


 

 

Για τον Οδ.Ελύτη, το μέλι αποτελεί μέρος του ερωτικού σκηνικού

Χόρτο στρωτό κρεβάτι
Σπίνου αυτί ,μελιού αλοιφή, ανάσας καλωσόρισμα
Το κύμα της στεριάς είναι κι αυτό μεγάλο
Το άγγιγμα του κορμιού είναι κι αυτό βαθύ(Οδυσσέας Ελύτης, Παραλλαγές πάνω σε μίαν αχτίδα)

 

Άλλοτε το μέλι γίνεται σύμβολο και πηγή ζωής. Γράφει ο Αγγ. Σικελιανός στο ποίημά του «Θαλερό»:

Εκεί τ' αηδόνια ως άκουγα, τριγύρα μου, και τους καρπούς
γευόμουν απ' το δίσκο,
είχα τη γέψη του σταριού, του τραγουδιού και του μελιού
βαθιά στον ουρανίσκο...



Συχνά γίνεται συνώνυμο της ομορφιάς της φύσης και της ζωής :

Η μικρή κουκουβάγια ήτανε πάντα εκεί,

σκαρφαλωμένη στ’ ανοιχτάρι τ'   Άγιου Μάμα,

παραδομένη τυφλά στο μέλι του ήλιου

(Γ.Σεφέρης, ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ)

Για κάποιους άλλους συνδέεται και συμβολίζει τη δημιουργία:

«Δημιουργώ σαν τη μέλισσα εκεί που είχα ξεχάσει πως γίνεται το μέλι.»     (Μαρία Πολυδούρη, Μακριά σου).

«Μπορείς ποτέ τα όσα τρως , βρε άνθρωπε τεμπέλη, να τα μασάς σαν μέλισσα και να τα βγάζεις μέλι; Ου, να χαθείς,  κηφηναριό…….στων μελισσών το σμήνος εσύ ζηλεύεις μοναχά την θέσιν του κηφήνος, και θέλεις πάντα χάρισμα να τρώγεις στην κυψέλην, οπόταν είσαι μάλιστα γιγαντομάχος Έλλην.»     (Γεώργιος Σουρής, Ο Φασουλής Φιλόσοφος).

 


Ή απλώς αποτελεί εμπορικό προϊόν , ευρέως διαδεδομένο ανά τον κόσμο:

Οι Γιαπωνέζες, τα κορίτσια στη Χιλή
κι οι μαύρες του Μαρόκου που πουλάνε μέλι,
έχουν σαν όλες τις γυναίκες τα ίδια σκέλη
και δίνουν με τον ίδιο τρόπο το φιλί.
                                                 
Νίκος Καββαδίας, Καφάρ,1933.

Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

                                         Νίκος Καββαδίας,Φρεντερικο Γκαρθία Λόρκα