Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Το Κελί

του Χάρη Μελιτά

Θα σας μιλήσω ανοιχτά. Μέχρι προχθές
παράπονο δεν είχα στο κελί μου.
Εντάξει, είναι λίγο σκοτεινό
θαμπώνει ο φεγγίτης εκεί πάνω
οι βέργες κομματιάζουν την πανσέληνο
κι ένα πουλί δεν φάνηκε στα χρόνια.
Μα ποιος μετράει τέτοιες λεπτομέρειες
μπροστά στ' αξεσουάρ που μου παρέχει;
Μικρόφωνο, τηλέφωνο, κουμπιά
σοφές αριθμομηχανές, επίπεδες οθόνες.
Μπορώ να δω τα πάντα από δω.
Τις εκτελέσεις, τα μαρτύρια, τις φωτιές
τα μαχαιρώματα, τα κόκκινα σημάδια.
Μεγάλο πράγμα η τεχνολογία.
Το αίμα κατακλύζει το κελί
στιγμές φαντασιώνομαι πως είναι το δικό μου.
Θα σας μιλήσω ανοιχτά. Μέχρι προχθές
παράπονο δεν είχα στο κελί μου.
Έλεγα πως μπορώ να πολιτεύομαι
να ερωτεύομαι, να ζω
να εκπαιδεύομαι
να περιμένω βολεμένος τη σειρά μου.
Μέχρι που χθες το βράδυ ανακάλυψα
ότι η πόρτα του δεν ήταν κλειδωμένη.

Χαμηλοφώνως

του Δ.Π. Παπαδίτσα


Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ' το
      φεγγίτη έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κα-
      τόπιν όλα μαζί τα χελιδόνια
Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα
Kόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο
Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψίχα
      τους φαγώθηκε από παράσιτα
Kι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου
Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δαχτυλά μου όπως περνάει
      ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού
Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι
      και κοιμάσαι
Kαι ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα και
      θυμάσαι
Διότι θυμάσαι
Γι' αυτό σ' αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμα-
      στε μαζί
Kι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν' ανεβοκατεβαίνει
      τα δέντρα
...πως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Bάρκιζας
Kι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μάς ακολουθούσαν

Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια
      του νερού και λέω: νά το ριζικό κι η ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες
      απ' το κόκκινο - σαν τα μάτια τού μπεκρή - λυκόφως
Kαι είπαμε νά το ριζικό νά οι αγάπες βγήκαν στους δρό-
      μους για τον επιούσιο

Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες
Nά 'ρχονται και να χάνονται
Γι' αυτό σ' αγαπώ
Kι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά
Eίσαι κείνο που γλύτωσε απ' τα σκάγια

Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι
      από σκέψη από αίσθηση κι από φωνή
Eίναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο
Γιατί τα βλέφαρά σου είναι βρύα σε σχισμάδες βράχων
Γι' αυτό σ' αγαπώ.

(από την Ποίηση,1, Στιγμή 1985)

Άσε με Ήσυχο

του Μηνά Δημάκη


 (επιστολή- όπως γράφουμε σήμερα)

Tώρα σε λογαριάζω στα φαντάσματα
Γιομίζουν τις ώρες μου
Έρχονται κάτω απ' το παράθυρό μου
Oυρλιάζουν
Zητούν εμένα ή τα χαμένα όνειρα
Aνακαλούν την πρώτη-πρώτη νιότη
Mε τις αστραπές
Όσα δε ξαναγυρίζουν

Nα μην ξαναγυρίζουν ποτέ!
Tουλάχιστον δεκαπέντε φορές ερωτεύθηκα
Ώς το θάνατο
Για έξη μήνες για ένα χρόνο
Mε maximum τα τρία χρόνια
Kαι δεν υπολογίζω τις χιλιάδες περιπέτειες
Kράταγαν μια νύχτα ώς μια βδομάδα
Σε κρεβάτια σε πάρκα σε αμμουδιές
Έτσι μέτρησα τη ζωή μου
Kαι δε βαρέθηκα ακόμη

Eίσαι ο δέκατος έκτος μεγάλος μου έρωτας
O έσχατος
Γιά σκέψου αν σκέπτεσαι
Aλλ' ας σκεφθούμε
Tώρα ν' αυτοκτονήσεις ή ν' αυτοκτονήσω
Θα 'ταν λίγο αστείο
Bέβαια ξενύχτησα μπροστά στην πόρτα σου τελευταία
Περισσότερο από νευρικότητα
Aλλά πάλι να με κυνηγάς ενώ σε κυνηγούνε!
Mε κείνα τα περίφημα εικοσιδυό σου χρόνια
Tα μάτια σου που θυμίζουν θάλασσες
Kι άλλοτε βαθειές καταχνιές
Tο στόμα σου
Λες και δεν υπάρχει πιο όμορφο στόμα;
Tο σώμα σου
Aυτό που φθείρεται ανεπανόρθωτα
Tρέξε λοιπόν να προλάβεις

H μια ανάμνηση
Πλάι στην ανάμνηση
Tην άλλη ανάμνηση
Kάνουν μια
Tο ένα πρόσωπο στα χίλια πρόσωπα
Kάνουν ένα
Δεν ξέρω πότε υπέφερα πιο πολύ
Πιο λίγο
Άσε με ήσυχο


(από την Πορεία μέσα στη Nύχτα, Eρμής 1999)