της Γιώτας Αναγνώστου


Οδυσσέας ήταν για
όλους
Κι όλοι τον ήξεραν με τ’ όνομά του
Αυτός εκούρσεψε την Τροία
Οδυσσέας
κλαίγαν στα μαύρα οι Τρωαδίτισσες
τραβώντας τα μαλλιά τους
Οδυσσέας στους Λαιστρυγόνες
Και στους Κύπλωπες
-ακόμα και σ’ αυτούς συστήθηκε δεν άντεξε-
Στης Καλυψώς τα σκέλια
και στης Κίρκης
τ’ όνομά του είχε ο σπόρος
Οι Φαίακες τού φτιάξανε τραγούδια
και οι μνηστήρες –όλοι τους
ωραία παιδιά
πάνω στο άνθος– πέθαναν
με το δικό του όνομα στα χείλη.
Κι όταν το αίμα ξέπλυνε και
στάθηκε μπροστά μου
σαν Οδυσσέα
περίμενε να τον αναγνωρίσω
όπως τον ξέραν όλοι.
Πώς να του πω
ότι Οδυσσέας και Πηνελόπη
ήμασταν τότε
ένα πρωί σε κάποιο λιμάνι.
Τώρα κανείς
ο ένας για τον άλλο.
Έτσι για μένα έμεινε
Κανένας.
Έμεινε όπως τόσα χρόνια
ήταν
Κανένας στην αυλή
Στην πόρτα στο παράθυρο
Κανένας στην καρέκλα
Στο τραπέζι στο κρεβάτι
Στην αγρύπνια μου
Κανένας
Κι αφού είχα βαφτιστεί στην απουσία
Και τη φόρεσα κατάσαρκα
Και τη μάσησα στα δόντια ανάμεσα
Πρόφερα πια γεμάτο
Τ’ όνομα το δικό μου
Πηνελόπη
Για τους πάντες Πηνελόπη
Γι’ αυτόν
Καμία.
Δεν ήξερα τάχα κι εγώ
Τον μύθο μου να υφάνω;
Κι όλοι τον ήξεραν με τ’ όνομά του
Αυτός εκούρσεψε την Τροία
Οδυσσέας
κλαίγαν στα μαύρα οι Τρωαδίτισσες
τραβώντας τα μαλλιά τους
Οδυσσέας στους Λαιστρυγόνες
Και στους Κύπλωπες
-ακόμα και σ’ αυτούς συστήθηκε δεν άντεξε-
Στης Καλυψώς τα σκέλια
και στης Κίρκης
τ’ όνομά του είχε ο σπόρος
Οι Φαίακες τού φτιάξανε τραγούδια
και οι μνηστήρες –όλοι τους
ωραία παιδιά
πάνω στο άνθος– πέθαναν
με το δικό του όνομα στα χείλη.
Κι όταν το αίμα ξέπλυνε και
στάθηκε μπροστά μου
σαν Οδυσσέα
περίμενε να τον αναγνωρίσω
όπως τον ξέραν όλοι.
Πώς να του πω
ότι Οδυσσέας και Πηνελόπη
ήμασταν τότε
ένα πρωί σε κάποιο λιμάνι.
Τώρα κανείς
ο ένας για τον άλλο.
Έτσι για μένα έμεινε
Κανένας.
Έμεινε όπως τόσα χρόνια
ήταν
Κανένας στην αυλή
Στην πόρτα στο παράθυρο
Κανένας στην καρέκλα
Στο τραπέζι στο κρεβάτι
Στην αγρύπνια μου
Κανένας
Κι αφού είχα βαφτιστεί στην απουσία
Και τη φόρεσα κατάσαρκα
Και τη μάσησα στα δόντια ανάμεσα
Πρόφερα πια γεμάτο
Τ’ όνομα το δικό μου
Πηνελόπη
Για τους πάντες Πηνελόπη
Γι’ αυτόν
Καμία.
Δεν ήξερα τάχα κι εγώ
Τον μύθο μου να υφάνω;